Με μια απόφαση-ορόσημο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) καταδίκασε την Τουρκία, δικαιώνοντας δύο κληρικούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου για παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η υπόθεση αφορά τον αποκλεισμό τους από τη διοίκηση μειονοτικών ιδρυμάτων στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που το Δικαστήριο έκρινε ότι συνιστά παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της θρησκευτικής ελευθερίας.
Οι δύο Έλληνες Ορθόδοξοι κληρικοί, που συμμετείχαν σε διοικητικά συμβούλια μειονοτικών ιδρυμάτων (βακουφίων), απομακρύνθηκαν με απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων, η οποία υποστήριξε ότι οι ιερείς δεν μπορούν να κατέχουν διοικητικές θέσεις. Η απόφαση αυτή επικαλέστηκε τη Συνθήκη της Λωζάνης, χωρίς ωστόσο σαφή νομική τεκμηρίωση.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Οι κληρικοί Νικόλαος Μαυράκης (Γεννάδιος) και Γεώργιος Κασάπογλου είχαν εκλεγεί το 2011 στα διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, συγκεκριμένα στο ίδρυμα της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας της Αναλήψεως Υψωμαθείων. Παρά τη νόμιμη εκλογή τους, η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων αποφάσισε το 2012 τη διαγραφή τους, επικαλούμενη τη θρησκευτική τους ιδιότητα.
Η απόφαση αυτή οδήγησε σε πολυετή δικαστική διαμάχη στα τουρκικά δικαστήρια. Αν και αρχικά οι κληρικοί δικαιώθηκαν, η υπόθεση έφθασε έως το τουρκικό Συμβούλιο της Επικρατείας και το Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο το 2024 αναγνώρισε παραβίαση λόγω καθυστερήσεων, χωρίς όμως να εξετάσει την ουσία του ζητήματος.
Η κρίσιμη απόφαση του ΕΔΑΔ
Το ΕΔΑΔ, στις 25 Μαΐου 2026, έκρινε ότι η Τουρκία παραβίασε τόσο την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι όσο και τη θρησκευτική ελευθερία των δύο κληρικών. Διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε «σαφής, προσβάσιμη και προβλέψιμη νομική βάση» για τον αποκλεισμό τους και επέβαλε στην Τουρκία την καταβολή αποζημίωσης 2.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα, καθώς και την κάλυψη των δικαστικών εξόδων.
Την υπόθεση ενώπιον του ΕΔΑΔ χειρίστηκαν οι δικηγόροι Πάρις Ασανάκης και Στέφανος Σταύρου. Ο κ. Ασανάκης, νομικός σύμβουλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, χαρακτήρισε την απόφαση «ιστορικής σημασίας», καθώς ανατρέπει μια πρακτική εκατονταετίας που απέκλειε τους κληρικούς από τη διοίκηση των ιδρυμάτων της ομογένειας.
Η σημασία της απόφασης
Σύμφωνα με τον κ. Ασανάκη, η απόφαση αναγνωρίζει ότι η ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάνης από τις τουρκικές αρχές δεν είχε νομικό έρεισμα. Επιπλέον, επικαλούμενος γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας, τόνισε ότι η συμμετοχή κληρικών στη διοίκηση των ιδρυμάτων προστατεύεται από το διεθνές δίκαιο και τις σύγχρονες ευρωπαϊκές συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η απόφαση έχει τόσο συμβολική όσο και πρακτική σημασία, καθώς ανοίγει τον δρόμο για τη συμμετοχή κληρικών στις επόμενες εκλογές των ομογενειακών ιδρυμάτων της Κωνσταντινούπολης. Το ΕΔΑΔ αναγνώρισε ότι η απομάκρυνση των κληρικών λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας συνιστά παρέμβαση στον πυρήνα της θρησκευτικής τους ταυτότητας.
Παραβίαση θρησκευτικής ελευθερίας και δημοκρατικός πλουραλισμός
Για πρώτη φορά, το ΕΔΑΔ συνέδεσε την παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας με τον δημοκρατικό πλουραλισμό, επισημαίνοντας ότι οι θρησκευτικές κοινότητες αποτελούν ζωντανούς οργανισμούς που έχουν δικαίωμα να αυτοδιοικούνται. Όπως αναφέρει η απόφαση, «ο πλουραλισμός βασίζεται στην ουσιαστική αναγνώριση και τον σεβασμό της πολιτισμικής, εθνοτικής και θρησκευτικής ποικιλομορφίας».
Η απόφαση δημιουργεί προηγούμενο για μελλοντικές υποθέσεις, καθώς αναγνωρίζει ότι ο αποκλεισμός κληρικών από τη διοίκηση εκκλησιαστικών ιδρυμάτων δεν αποτελεί απλώς διοικητικό ζήτημα, αλλά παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας. Όπως σημειώνει ο κ. Ασανάκης, ήδη εκκρεμούν νέες προσφυγές ενώπιον του ΕΔΑΔ με παρόμοιο αντικείμενο, για τις οποίες αναμένεται ανάλογη κρίση.