Απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ οι μικρές επιχειρήσεις για συναλλαγές που διενεργούν με επιχειρήσεις άλλων χωρών της ΕΕ, μέχρι ποσού ύψους 100.000 ευρώ, όπως προβλέπει η απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργου Πιτσιλή.
Με την απόφαση (Α. 1200/31/12/2025) ), ενεργοποιείται η εφαρμογή της σχετικής Οδηγίας της ΕΕ (2020/285), η οποία σκοπό έχει να διευκολύνει τις μικρές επιχειρήσεις να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους σε άλλα κράτη μέλη, αίροντας τις υποχρεώσεις και τα διοικητικά βάρη που διέπουν συνήθως με τις διασυνοριακές συναλλαγές (π.χ. λήψη ΑΦΜ, ενδεχομένη υποχρέωση υποβολής δηλώσεων ανάλογα με τους εθνικούς κανόνες κάθε κράτους μέλους κ.λπ.).
Αναλυτικότερα, καθορίζονται η διαδικασία και οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 44Β του Κώδικα ΦΠΑ από υποκείμενους, εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη, που επιθυμούν να κάνουν χρήση της απαλλαγής των μικρών επιχειρήσεων για τις πράξεις για τις οποίες ο τόπος φορολόγησης είναι το εσωτερικό της χώρας.
Οι μικρές επιχειρήσεις θα μπορούν να κάνουν χρήση του καθεστώτος απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων με απλουστευμένες διαδικασίες, τόσο στο κράτος μέλος εγκατάστασής τους όσο και σε άλλα κράτη μέλη που εφαρμόζουν το ίδιο καθεστώς.
Το νέο καθεστώς ισχύει αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 2025, ενώ σε περίπτωση που μια επιχείρηση διαπιστωθεί πως δεν πληροί τους όρους της απαλλαγής, τότε της καταλογίζεται αναδρομικά ο ΦΠΑ που αναλογεί στις συναλλαγές, στις οποίες δεν βεβαιώθηκε ΦΠΑ.
Παράλληλα, η ΑΑΔΕ και οι άλλες φορολογικές Αρχές, θα διεξάγουν ελέγχους προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο διάπραξης φοροδιαφυγής, ενώ θα υπάρχει συνεργασία ως προς τη νομιμότητα της απαλλαγής από τον ΦΠΑ κάθε συναλλαγής.
Η απένταξη από το καθεστώς της απαλλαγής από τον ΦΠΑ γίνεται μετά από αίτηση της επιχείρησης ή μετά από τη διαπίστωση από τις φορολογικές Αρχές ότι δεν πληρούνται οι όροι.
Ποιες είναι οι «μικρές»
Οι μικρές επιχειρήσεις που θα κάνουν χρήση του απαλλακτικού καθεστώτος σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη θα μπορούν να διενεργούν ετησίως συναλλαγές ύψους έως 100.000 ευρώ, στο σύνολο της ΕΕ, αλλά σε κάθε κράτος μέλος θα μπορεί να διενεργεί συναλλαγές απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ, μέχρι του ύψους του εθνικού ορίου απαλλαγής.
Μια επιχείρηση θεωρείται μικρή για σκοπούς ΦΠΑ όταν ο ενωσιακός ετήσιος κύκλος εργασιών της, δηλαδή οι συνολικές διασυνοριακές πωλήσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών, δεν ξεπερνά τις 100.000 ευρώ.
Το εσωτερικό όριο απαλλαγής που δύναται να θεσπίσει ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 85.000 ευρώ, αλλά η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο όριο ήτοι μόλις 10.000 ευρώ, ενώ άλλες χώρες της ΕΕ, έχουν αισθητά υψηλότερα όρια απαλλαγής, όπως οι Κάτω Χώρες και το Βέλγιο, 25.000 ευρώ, η Πολωνία, η Λετονία και η Εσθονία το ποσό των 40.000 ευρώ, η Λιθουανία 55.000 ευρώ, η Τσεχία, η Ρουμανία και η Ιταλία έχουν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, 85.000 ευρώ.
Τι σημαίνει η απαλλαγή από τον ΦΠΑ
Στην πράξη, μια επιχείρηση που θεωρείται «μικρή», έχει τη δυνατότητα να απαλλαγεί από τη γραφειοκρατία του ΦΠΑ υποβάλλοντας σχετική αίτηση στη φορολογική Αρχή της χώρας της.
Στην Ελλάδα απαλλάσσονται οι επιχειρήσεις με ετήσιο τζίρο έως 10.000 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ). Όμως οι εν λόγω επιχειρήσεις μπορούν να διενεργούν συναλλαγές απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ με επιχειρήσεις άλλων χωρών της ΕΕ, μέχρι συνολικής αξίας 100.000 ευρώ, και μέχρι του ορίου που ισχύει σε κάθε χώρα.
Οι επιχειρήσεις των άλλων χωρών της ΕΕ θα μπορούν να πραγματοποιούν συναλλαγές απαλλασσόμενες στην Ελλάδα, έως το ποσού των 10.000 ευρώ.
Παραδείγματα
- Μια ελληνική επιχείρηση με ετήσιο τζίρο στην Ελλάδα 10.000 ευρώ, μπορεί να διενεργεί συναλλαγές απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ, μέχρι ύψους 25.000 στο Βέλγιο, μέχρι 26.000 στις Κάτω Χώρες και μέχρι ποσού 40.000 στη Λιθουανία, αρκεί το άθροισμα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών να μην υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ.
- Αντίστοιχα μια ιταλική μικρή επιχείρηση απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ όταν οι εγχώριες συναλλαγές της είναι μέχρι 85.000 ευρώ, αλλά μπορεί να διενεργεί ενδοκοινοτικές συναλλαγές απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ μέχρι 100.000 ευρώ. Η ιταλική εταιρεία θα μπορεί να διενεργεί συναλλαγές έως 10.000 ευρώ εντός της ελληνικής επικράτειας.