Σύμφωνα με ανακοίνωση της εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης, Τούρκος δημοσιογράφος της γερμανικής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης Deutsche Welle (DW) συνελήφθη στην Άγκυρα, κατηγορούμενος για «διασπορά ψευδών ειδήσεων» και «προσβολή σε βάρος του προέδρου» Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η εισαγγελία διευκρίνισε ότι διενεργεί «έρευνα για προσβολή του προέδρου της Δημοκρατίας και μετάδοση παραπλανητικών ειδήσεων μέσω του διαδικτύου» σε βάρος του Αλιτζάν Ουλουντά, ο οποίος συνελήφθη στην Άγκυρα. Η έρευνα, σύμφωνα με τις αρχές, βασίστηκε σε αναρτήσεις του δημοσιογράφου «στον λογαριασμό του στον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης X @alicanuludag».
Ωστόσο, όπως δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο δικηγόρος του, Τόρα Πέκιν, ο Ουλουντά κατηγορείται για άρθρο του που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της DW και αφορούσε τον επαναπατρισμό Τούρκων πολιτών που φέρονται να είχαν πολεμήσει στις τάξεις της τζιχαντιστικής οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος.
«Ο Αλιτζάν Ουλουντά συνελήφθη (...) εξαιτίας άρθρου του με τίτλο ‘Η Τουρκία ετοιμάζεται να επαναπατρίσει τούρκους πολίτες που ανήκουν (στην οργάνωση) Ισλαμικό Κράτος’», ανέφερε ο δικηγόρος της DW Türkçe.
Η Deutsche Welle σημείωσε ότι οι κατηγορίες σχετίζονται με «μήνυμα μέσω X πριν από περίπου ενάμισι χρόνο», στο οποίο ο δημοσιογράφος «επέκρινε μέτρα της τουρκικής κυβέρνησης που πιθανόν είχαν οδηγήσει στην απελευθέρωση τρομοκρατών του ΙΚ» και «κατηγόρησε την κυβέρνηση για διαφθορά».
Σύμφωνα με την DW, ο Ουλουντά «συνελήφθη μπροστά στα μάτια μελών της οικογένειάς του» από «τριάντα αστυνομικούς», ενώ «το σπίτι του ερευνήθηκε» και «υλικό πληροφορικής κατασχέθηκε». Ο δικηγόρος του ανέφερε ότι ο δημοσιογράφος μεταγόταν χθες βράδυ από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη.
Η εισαγγελία ανακοίνωσε ότι θα οδηγηθεί ενώπιόν της σήμερα. Η γενική διευθύντρια της DW, Μπάρμπαρα Μάσινγκ, χαρακτήρισε τις κατηγορίες «ανυπόστατες» και απαίτησε να «αφεθεί ελεύθερος αμέσως».
Διεθνές πλαίσιο και αντιδράσεις
Μετά τις επιχειρήσεις του στρατού της de facto κυβέρνησης της Συρίας στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, χιλιάδες φερόμενοι ως τζιχαντιστές και συγγενείς τους μεταφέρθηκαν στο Ιράκ. Το μεικτό διοικητήριο των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων (CENTCOM) ανακοίνωσε ότι από την 21η Ιανουαρίου μετέφερε «πάνω από 5.700 ενήλικους άνδρες» σε ιρακινές φυλακές.
Οι ΗΠΑ είχαν καλέσει τις ενδιαφερόμενες χώρες να παραλάβουν υπηκόους τους, ωστόσο οι τουρκικές αρχές δεν επιβεβαίωσαν ούτε διέψευσαν εάν ανάμεσά τους υπήρχαν Τούρκοι πολίτες.
Ο αντιπρόσωπος της RSF, Ερόλ Εντέρογλου, δήλωσε ότι «η σύλληψη του Αλιτζάν Ουλουντά εγγράφεται σε διαδικασία δικαστικού διωγμού σε βάρος σοβαρών δημοσιογράφων». Κατήγγειλε τις «ακατάπαυστες αυθαίρετες πρακτικές που βάζουν στο στόχαστρο (...) δημοσιογράφο ο οποίος ενόχλησε την εξουσία εξαιτίας των ερευνών του».
Η Μπάρμπαρα Μάσινγκ πρόσθεσε ότι «όταν μεταχειρίζονται δημοσιογράφο σαν εγκληματία του κοινού ποινικού δικαίου, τον συλλαμβάνουν τριάντα αστυνομικοί και μεταγάγεται αμέσως στην Κωνσταντινούπολη, αποκαλύπτεται στοχευμένος εκφοβισμός κι επιδεικνύεται σε ποιο βαθμό η κυβέρνηση καταστέλλει σκληρά την ελευθερία του Τύπου».