Η καθαρή αποταμίευση στην ευρωζώνη αυξήθηκε το 2025, ενώ το χρέος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων υποχώρησε, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΚΤ για τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις ανά θεσμικό τομέα το δ΄ τρίμηνο του 2025.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η καθαρή αποταμίευση στην ευρωζώνη ανήλθε στα 873 δισ. ευρώ το 2025, από 867 δισ. ευρώ στην τετραμηνιαία περίοδο που έληξε το γ΄ τρίμηνο του 2025. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 6,9% του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος της ευρωζώνης.
Την ίδια περίοδο, οι καθαρές μη χρηματοοικονομικές επενδύσεις αυξήθηκαν στα 602 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 4,8% του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος.
Η αύξηση προήλθε κυρίως από τις επενδύσεις της γενικής κυβέρνησης και των νοικοκυριών, ενώ οι επενδύσεις των χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερές.
Μειώθηκε η καθαρή χρηματοδότηση της ευρωζώνης προς τον υπόλοιπο κόσμο
Η καθαρή χρηματοδότηση της ευρωζώνης προς τον υπόλοιπο κόσμο μειώθηκε στα 301 δισ. ευρώ, από 310 δισ. ευρώ προηγουμένως.
Η μείωση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η αύξηση των επενδύσεων ήταν μεγαλύτερη από την αύξηση της αποταμίευσης.
Στα νοικοκυριά, η καθαρή χρηματοδότηση μειώθηκε στα 585 δισ. ευρώ, από 602 δισ. ευρώ. Στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη στα 62 δισ. ευρώ, ενώ στις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στα 116 δισ. ευρώ.
Η γενική κυβέρνηση κατέγραψε μικρότερη καθαρή δανειακή ανάγκη, στα 462 δισ. ευρώ, από 468 δισ. ευρώ προηγουμένως. Έτσι, η αρνητική της συμβολή στη συνολική καθαρή χρηματοδότηση της ευρωζώνης περιορίστηκε.
Καταθέσεις, επενδυτικά κεφάλαια και δάνεια στο επίκεντρο των συναλλαγών
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι μεγαλύτερες χρηματοοικονομικές συναλλαγές το 2025 καταγράφηκαν στις επενδύσεις των λοιπών νομισματικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τον υπόλοιπο κόσμο, ύψους 723 δισ. ευρώ, καθώς και στις διατραπεζικές συναλλαγές, κυρίως μέσω καταθέσεων, ύψους 652 δισ. ευρώ.
Στα νοικοκυριά, οι βασικές χρηματοοικονομικές κινήσεις αφορούσαν συναλλαγές με τράπεζες και άλλα νομισματικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κυρίως με τη μορφή καταθέσεων, ύψους 286 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, τα νοικοκυριά προχώρησαν σε καθαρές αγορές μεριδίων επενδυτικών κεφαλαίων ύψους 214 δισ. ευρώ.
Για τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, η μεγαλύτερη πηγή χρηματοδότησης προήλθε από τράπεζες και λοιπά νομισματικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κυρίως μέσω δανείων, ύψους 153 δισ. ευρώ. Η χρηματοδότηση εντός του ίδιου επιχειρηματικού τομέα ανήλθε στα 101 δισ. ευρώ.
Σταθερός ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων των νοικοκυριών
Στα νοικοκυριά, ο ρυθμός αύξησης των χρηματοοικονομικών επενδύσεων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος στο 2,6% το δ΄ τρίμηνο του 2025.
Οι επενδύσεις σε χρεόγραφα και ασφάλειες ζωής αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό, ενώ οι επενδύσεις σε καταθέσεις, μετρητά, μετοχές και λοιπά συμμετοχικά κεφάλαια αυξήθηκαν με πιο αργό ρυθμό.
Τα νοικοκυριά αγόρασαν καθαρά χρεόγραφα, κυρίως κρατικά, ενώ πούλησαν χρεόγραφα που είχαν εκδοθεί από νομισματικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Παράλληλα, ήταν καθαροί πωλητές εισηγμένων μετοχών, κυρίως μετοχών μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και τραπεζών, ενώ αγόρασαν μετοχές από τον υπόλοιπο κόσμο.
Η ΕΚΤ αναφέρει ακόμη ότι τα νοικοκυριά συνέχισαν να αγοράζουν μερίδια επενδυτικών κεφαλαίων της ευρωζώνης, τόσο σε αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς όσο και σε άλλα επενδυτικά κεφάλαια.
Υποχώρησε το χρέος των νοικοκυριών στην ευρωζώνη
Στο τέλος του 2025, το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών είχε εκδοθεί από χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές.
Συγκεκριμένα, το 41% των χρηματοοικονομικών στοιχείων συνδεόταν με τράπεζες και λοιπά νομισματικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, το 22% με ασφαλιστικές εταιρείες, το 11% με συνταξιοδοτικά ταμεία και το 11% με τον υπόλοιπο κόσμο.
Το χρέος των νοικοκυριών σε σχέση με το εισόδημά τους μειώθηκε στο 81,4% το δ΄ τρίμηνο του 2025, από 81,7% έναν χρόνο νωρίτερα. Παράλληλα, το χρέος των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχώρησε στο 50,5%, από 51,1% το δ΄ τρίμηνο του 2024.