Οι εκλογικές αναμετρήσεις στη Βρετανία της Πέμπτης 7 Μαΐου εξελίχθηκαν σε μία από τις πιο καθοριστικές πολιτικές δοκιμασίες της εποχής μετά το Brexit. Το εκλογικό σώμα στην Αγγλία ψήφισε για δημοτικούς και περιφερειακούς συμβούλους σε 136 τοπικές αρχές, ενώ στην Ουαλία και τη Σκωτία πραγματοποιήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη των τοπικών κοινοβουλίων τους, τα οποία διαθέτουν διευρυμένες εξουσίες.
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, το μήνυμα των καλπών ήταν σαφές: το παραδοσιακό δίπολο Εργατικών - Συντηρητικών έχει υποστεί σοβαρή διάβρωση. Η σημαντική άνοδος του ακροδεξιού Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ αλλάζει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Στους δήμους της Αγγλίας, το κόμμα του Φάρατζ εξέλεξε 1.451 περισσότερους συμβούλους από την προηγούμενη αναμέτρηση, το κόμμα των Πρασίνων 441 και οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες 155. Οι μεγάλοι χαμένοι ήταν το κυβερνών κόμμα των Εργατικών, που απώλεσε 1.496 δημοτικούς συμβούλους, και το κόμμα των Συντηρητικών, που έχασε 563.
Στη Σκωτία, αν και νικητής αναδείχθηκε εκ νέου το κεντροαριστερό Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα (SNP), το οποίο επιδιώκει την ανεξαρτησία της Σκωτίας και την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Reform UK, για πρώτη φορά στην ιστορία του, κατάφερε να εκλέξει 17 βουλευτές από τους συνολικά 129 του τοπικού κοινοβουλίου.
Στην Ουαλία, το Reform UK κατέλαβε 34 έδρες και ήρθε δεύτερο, πίσω από το Ουαλικό κόμμα Πλάϊτ που εξέλεξε 43 από τα συνολικά 96 μέλη της Ουαλικής βουλής.
Αλλαγή ισορροπιών στο πολιτικό σκηνικό
Με τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ αποδυναμωμένο, τους Συντηρητικούς χωρίς σαφή στρατηγική ανάκαμψης και τα μικρότερα κόμματα, Πράσινους και Φιλελεύθερους Δημοκράτες, σε ανοδική πορεία, το βρετανικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε φάση βαθιάς αναδιάταξης, σύμφωνα με τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης.
Το Reform UK, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν περιφερειακή πολιτική δύναμη με περιορισμένη επιρροή, εμφανίζει πλέον έντονη διείσδυση ακόμη και σε παραδοσιακά προπύργια Εργατικών και Συντηρητικών. Όπως υπογραμμίζουν οι αναλυτές, η άνοδος του κόμματος δείχνει ότι δεν αντλεί μόνο ψήφους διαμαρτυρίας, αλλά έχει διαμορφώσει και μια εκλογική βάση με εθνικά χαρακτηριστικά.
Η στρατηγική του Φάρατζ, βασισμένη στη σκληρή ρητορική για τον έλεγχο της μετανάστευσης, στην αξιοποίηση της κοινωνικής δυσαρέσκειας λόγω του αυξημένου κόστους ζωής και σε ένα αντισυστημικό αφήγημα κατά του πολιτικού κατεστημένου του Ουέστμινστερ, φαίνεται πως βρήκε μεγάλη απήχηση στους ψηφοφόρους.
Πλήγμα για τους Εργατικούς και στασιμότητα στους Συντηρητικούς
Για τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, τα εκλογικά αποτελέσματα συνιστούν σαφές πολιτικό πλήγμα. Οι Εργατικοί έχασαν έδαφος ακόμη και σε περιοχές της βόρειας Αγγλίας που επί δεκαετίες αποτελούσαν ισχυρά τους προπύργια. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το πρόβλημα για τον Στάρμερ είναι τόσο εκλογικό όσο και στρατηγικό, καθώς η κυβέρνησή του δεν έχει διαμορφώσει ακόμη ένα σαφές αφήγημα πολιτικής αλλαγής, όπως είχε υποσχεθεί προεκλογικά.
Οι Συντηρητικοί, αν και δεν κατέρρευσαν πλήρως, απέτυχαν να πείσουν για ουσιαστική ανάκαμψη. Το κόμμα παραμένει εγκλωβισμένο ανάμεσα στην προσπάθεια να περιορίσει τη διαρροή ψηφοφόρων προς το Reform UK και στην ανάγκη να προσελκύσει ξανά τους μετριοπαθείς κεντρώους πολίτες.
Άνοδος μικρότερων κομμάτων και πίεση για στροφή στο μεταναστευτικό
Κέρδη καταγράφουν και οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, κυρίως σε εύπορες, φιλοευρωπαϊκές περιοχές της νότιας Αγγλίας, καθώς και οι Πράσινοι, που φαίνεται να προσέλκυσαν δυσαρεστημένους ψηφοφόρους των Εργατικών.
Το Κόμμα των Συντηρητικών έχει υποστεί βαθιά διάβρωση, ενώ η σταθερή άνοδος των μέχρι πρότινος μικρότερων πολιτικών σχηματισμών αναδιαμορφώνει τον πολιτικό χάρτη της χώρας. Το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα εξακολουθεί να ευνοεί τα δύο μεγάλα κόμματα, ωστόσο η δυναμική των νέων δυνάμεων ανατρέπει τις ισορροπίες.
Η επιτυχία του Reform UK αυξάνει την πίεση προς τα μεγάλα κόμματα να υιοθετήσουν σκληρότερη στάση στο μεταναστευτικό, καθώς το ζήτημα εξακολουθεί να κινητοποιεί σημαντικά τμήματα του εκλογικού σώματος.
Για πολλούς αναλυτές, οι εκλογές αυτές δεν αποτελούν απλώς μία ακόμη ενδιάμεση πολιτική δοκιμασία, αλλά πιθανόν την απαρχή ενός ευρύτερου ανασχηματισμού του βρετανικού κομματικού συστήματος.