Αναφερόμενη στη λήξη των δανείων από το Ταμείο Ανάκαμψης το ερχόμενο καλοκαίρι, η Διευθύνουσα Σύμβουλος της CrediaBank, Ελένη Βρεττού, δήλωσε πως δεν την τρομάζει το νέο περιβάλλον, καθώς η πιστωτική επέκταση της τράπεζας δεν θα επηρεαστεί παρά ελάχιστα.
Μιλώντας από το βήμα του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, η κα Βρεττού σχολίασε πως το 2024 και το 2025, όταν η ώθηση του RRF στο υπόλοιπο τραπεζικό σύστημα ήταν πολύ έντονη, η CrediaBank είχε πολύ μικρό μερίδιο.
Συγκεκριμένα, κάθε χρονιά τα δάνεια που χορήγησε μέσω πόρων του RRF ήταν περίπου 100 εκατ. ευρώ από τα 1 δισ. ευρώ των συνολικών δανείων, γεγονός που σημαίνει πως η λήξη του RRF δεν επηρεάζει την πορεία και τη στρατηγική της τράπεζας.
Ο λόγος πίσω από αυτήν τη διαφοροποίηση είναι πως η CrediaBank από όταν δημιουργήθηκε στόχευσε στις πολύ μικρές επιχειρήσεις της χώρας, οι οποίες χρειάζονται αμεσότητα και ταχύτητα στην εξυπηρέτησή τους, και επένδυσε στο να διαφοροποιηθεί σε αυτόν τον τομέα και να κερδίζει το μεγαλύτερο τμήμα της συγκεκριμένης αγοράς.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, η κα Βρεττού προανήγγειλε πως το 2026 η πιστωτική επέκταση θα είναι μεγαλύτερη σε σχέση με το 2025 και μάλιστα τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου είναι απολύτως εντός του στόχου που η τράπεζα έχει θέσει στο business plan της.
Ο αληθινός ανταγωνισμός δεν βρίσκεται μεταξύ μας, αλλά με ξένες τράπεζες όπως η Revolut
Αναφερόμενη στον ανταγωνισμό εντός του τραπεζικού συστήματος, η κα Βρεττού σχολίασε πως «το πρόβλημα δεν είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ μας. Νομίζω ότι αναλωνόμαστε στο να τσακωνόμαστε μεταξύ μας, ενώ ο πραγματικός ανταγωνισμός είναι οι τράπεζες τύπου Revolut».
Όπως εξήγησε, ξένες neobanks σαν τη Revolut έχουν διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο, κάτι που τους επιτρέπει να εκμεταλλεύονται τα την ανισορροπία μεταξύ των εποπτικών κανονισμών.
Επιπλέον, είναι γεγονός πως η Revolut έχει επενδύσει σημαντικά στο να κερδίσει τη νέα γενιά, κάτι στο οποίο οι ελληνικές τράπεζες, συστημικές και μη, δεν έχουν δώσει μεγάλη σημασία.
Επομένως, έμφαση πρέπει να δοθεί στο πώς οι ελληνικές τράπεζες θα διατηρήσουν το μερίδιο τους στην εγχώρια αγορά έναντι ξένων, και όχι τόσο στον ανταγωνισμό μεταξύ τους.