Η ατμοσφαιρική ρύπανση στη Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα, αν και η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. «Στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ακόμη πρόβλημα με την ατμοσφαιρική ρύπανση, το οποίο ήταν πολύ εντονότερο παλαιότερα.
Η κατάσταση έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, όμως τα υψηλά επίπεδα παραμένουν και μπορούν τα πράγματα να βελτιωθούν», επισημαίνει, μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, ο επίτιμος καθηγητής Μηχανικής της Αειφορίας και πρώην κοσμήτορας της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Νίκος Μουσιόπουλος.
Με αφορμή την ετήσια έκθεση της εταιρείας τεχνολογίας IqAir για την ποιότητα του αέρα στην Ευρώπη, την οποία επικαλείται ο Δήμος Καλαμαριάς, ο κ. Μουσιόπουλος δηλώνει: «Σέβομαι τη δουλειά των συναδέλφων στην IqAir που συλλέγει δεδομένα από σταθμούς παρακολούθησης, ωστόσο αν δεν γίνει μια συνολική διαδικασία πιστοποίησης όλων των σταθμών, με βάση πολύ συγκεκριμένα πρωτόκολλα και δεν έχει γίνει μέχρι τώρα, τουλάχιστον εξ όσων γνωρίζω, μπορεί οι μισοί από αυτούς να είναι απόλυτα αξιόπιστοι και οι άλλοι μισοί να μην είναι.
Προσωπικά θα ήμουν πολύ προσεκτικός στην αξιολόγηση των μετρήσεων αυτών».
Από τις χειρότερες πόλεις πριν από 15 χρόνια
«Πριν από 15 χρόνια πιθανώς η Θεσσαλονίκη να ήταν η χειρότερη πόλη στην Ελλάδα και μια από τις χειρότερες πόλεις στην Ευρώπη», αναφέρει ο κ. Μουσιόπουλος, αποδίδοντας την κατάσταση αυτή στην έντονη κυκλοφορία οχημάτων και στην πυκνή δόμηση του κέντρου.
Σε αντίθεση, όπως σημειώνει, το κέντρο της Αθήνας συγκεντρώνει κυρίως εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Η βελτίωση των κινητήρων των οχημάτων και η μείωση της χρήσης αυτοκινήτων λόγω της οικονομικής κρίσης συνέβαλαν στη σταδιακή βελτίωση της ποιότητας του αέρα.
Ωστόσο, η κατάργηση της κεντρικής θέρμανσης και η στροφή σε σόμπες και τζάκια χωρίς τις απαραίτητες προδιαγραφές επιδείνωσαν το πρόβλημα για ένα διάστημα.
Η κατάσταση βελτιώθηκε εκ νέου την περίοδο 2022–2025, χάρη στην ηλεκτροκίνηση και τη λειτουργία του μετρό Θεσσαλονίκης. Παρ’ όλα αυτά, τα πετρελαιοκίνητα οχήματα, τα λεωφορεία και τα ταξί συνεχίζουν να επιβαρύνουν το κέντρο, όπως και οι οικιακές θερμάνσεις.
Πιστοποιημένες μετρήσεις και αξιοπιστία δεδομένων
Επικαλούμενος τα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος και του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης της Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης, ο κ. Μουσιόπουλος σημειώνει: «παραμένουμε βέβαια σε καταστάσεις όπου η ποιότητα του αέρα είναι φτωχή ή πολύ φτωχή με βάση τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος».
Όπως προσθέτει, το European City Air Viewer δείχνει τη Θεσσαλονίκη σε κατηγορία «φτωχή έως πολύ φτωχή», κάτι που θεωρείται πλήρως πιστοποιημένο.
Ο καθηγητής επισημαίνει ότι οι μετρήσεις της IqAir αποτελούν εργαλείο με προοπτική, καθώς ενσωματώνουν δεδομένα από πολλούς σταθμούς, αλλά χρειάζονται ενιαία πιστοποίηση. «Οι απαραίτητες πιστοποιήσεις μπορούν να διώξουν οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις της ορθότητας των μετρήσεων», τονίζει.
Η επιβάρυνση από τις σόμπες και τα τζάκια
«Τα τζάκια και οι σόμπες δημιουργούν μεγάλο πρόβλημα και αυτό το καταγράφει και η ΕΕ, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος ακριβέστερα», υπογραμμίζει ο κ. Μουσιόπουλος.
Προσθέτει ότι «η επιβάρυνση είναι πολύ ουσιώδης από αυτές τις πηγές» και καλεί τους πολίτες να υιοθετήσουν ασφαλείς λύσεις θέρμανσης, προκειμένου να προστατεύσουν τόσο την ατμόσφαιρα όσο και την υγεία τους.
Η θέση του Δήμου Καλαμαριάς
Ο Δήμος Καλαμαριάς, στην ανακοίνωσή του, τονίζει ότι «η μόνη ουσιαστική διέξοδος για τη Θεσσαλονίκη και τους κατοίκους της, είναι η υλοποίηση μεγάλων παρεμβάσεων πρασίνου».
Επισημαίνει την ανάγκη προστασίας της παραλιακής ζώνης και της Μαρίνας Αρετσούς από την υπερδόμηση, καθώς και την αξιοποίηση του πρώην στρατοπέδου Κόδρα ως μητροπολιτικού πάρκου.
«Η δημιουργία ενός εκτεταμένου πνεύμονα πρασίνου στην καρδιά της Καλαμαριάς δεν αποτελεί απλώς αναπτυξιακή επιλογή, αλλά αναγκαιότητα για τη δημόσια υγεία και το μέλλον της πόλης και ολόκληρης της Θεσσαλονίκης», καταλήγει η ανακοίνωση.