Το τραγικό περιστατικό με τα δύο 17χρονα κορίτσια που έπεσαν από τον 6ο όροφο πολυκατοικίας, με τη μία να χάνει τη ζωή της και τη δεύτερη να δίνει μάχη στο ΚΑΤ, έφερε εκ νέου στο προσκήνιο το κρίσιμο ζήτημα της ψυχικής υγείας των νέων.
Η αυτοκτονία και οι σοβαρές ψυχικές κρίσεις αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα και ευαίσθητα θέματα δημόσιας υγείας, που απαιτεί υπεύθυνη ενημέρωση, επιστημονική τεκμηρίωση και κοινωνική ευαισθησία, όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Κυριάκος Κατσαδώρος, ψυχίατρος και επιστημονικός διευθυντής της «ΚΛΙΜΑΚΑ», εθνικός αντιπρόσωπος στη Διεθνή Ένωση για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας (IASP).
«Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο τρόπος με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης προσεγγίζουν τέτοια περιστατικά αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ενημέρωση δεν οφείλει να δραματοποιεί ή να απλουστεύει, αλλά να συμβάλλει στην κατανόηση, την πρόληψη και την ενίσχυση της κοινωνικής ευαισθητοποίησης», αναφέρει ο κ. Κατσαδώρος.
Ο ίδιος εξηγεί ότι η αυτοκτονία και οι σοβαρές ψυχικές κρίσεις δεν προκύπτουν «ξαφνικά» ούτε από ένα μόνο γεγονός. Πίσω από αυτές τις καταστάσεις υπάρχει συχνά μια προϋπάρχουσα ευαλωτότητα, η οποία διαμορφώνεται σταδιακά στη ζωή του ανθρώπου. Η ουσία της πρόληψης, προσθέτει, βρίσκεται στην έγκαιρη αναγνώριση αυτής της ευαλωτότητας πριν εξελιχθεί σε κρίση.
Παράλληλα, τονίζει ότι η κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίζει την αυτοκτονικότητα με κατανόηση και όχι με απλοϊκές ερμηνείες ή στιγματισμό. Πρόκειται, όπως υπογραμμίζει, για ένα σύνθετο ζήτημα ψυχικής υγείας που μπορεί να προληφθεί με ουσιαστική στήριξη και έγκαιρη παρέμβαση.
Η δημοσιογραφική προσέγγιση και η κοινωνική ευθύνη
«Η κοινωνία, οι επαγγελματίες υγείας, οι οικογένειες και τα μέσα ενημέρωσης χρειάζεται να σταματήσουν να αναζητούν μία μόνο “αιτία” για κάθε αυτοκτονία. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η αυτοκτονικότητα δεν είναι απλή επιλογή ούτε αποτέλεσμα ενός στιγμιαίου γεγονότος. Είναι συνήθως η έκφραση μιας βαθύτερης και μακροχρόνιας ψυχικής επιβάρυνσης, η οποία όμως μπορεί να αναγνωριστεί, να αντιμετωπιστεί και πολλές φορές να προληφθεί ουσιαστικά», σημειώνει ο κ. Κατσαδώρος.
Η δημοσιογραφική κάλυψη τέτοιων θεμάτων, σύμφωνα με τον ίδιο, απαιτεί ιδιαίτερη επιστημονική, ηθική και κοινωνική ευθύνη. Ο τρόπος παρουσίασης ενός περιστατικού μπορεί να επηρεάσει βαθιά ευάλωτα άτομα, οικογένειες και συνολικά την κοινωνική αντίληψη γύρω από την ψυχική υγεία.
Οι διεθνείς οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και άλλων φορέων τονίζουν ότι τα μέσα πρέπει να αποφεύγουν τη λεπτομερή περιγραφή της μεθόδου, τη δραματοποίηση ή εξιδανίκευση, τους απλουστευτικούς τίτλους και τη σύνδεση της αυτοκτονίας με μία μόνο «αιτία». Εξίσου σημαντικό είναι να μη παρουσιάζεται ως λύση ή αναπόφευκτη κατάληξη.
«Όταν παρουσιάζουμε την αυτοκτονία ως αποτέλεσμα ενός στιγμιαίου αδιεξόδου, δημιουργούμε μια παραπλανητική εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην επιστημονική πραγματικότητα και μπορεί να ενισχύσει επικίνδυνες ταυτίσεις σε άτομα που ήδη βρίσκονται σε κρίση», επισημαίνει ο κ. Κατσαδώρος, προσθέτοντας ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και απαιτεί προσεκτική ερμηνεία.
Η σημασία της πρόληψης και της υπεύθυνης ενημέρωσης
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διαχείριση του υλικού που συνοδεύει τέτοια περιστατικά. «Η δημοσιοποίηση προσωπικών σημειωμάτων, λεπτομερειών ή στοιχείων που επιχειρούν να “εξηγήσουν” το γιατί μιας αυτοκτονίας, δεν συμβάλλει στην κατανόηση, αλλά οδηγεί σε απλουστεύσεις και μπορεί να παραβιάσει την αξιοπρέπεια των εμπλεκομένων, ενώ επιβαρύνει περαιτέρω ευάλωτους αναγνώστες», τονίζει.
Ο κ. Κατσαδώρος υπογραμμίζει ότι η αυτοκτονία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε δημόσια «ανακριτική διαδικασία». Αντίθετα, η ενημέρωση οφείλει να εστιάζει στην πρόληψη, στην κατανόηση των παραγόντων κινδύνου και στην ανάδειξη των δυνατοτήτων υποστήριξης και θεραπείας.
Καταλήγει ότι η συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία εξακολουθεί να επηρεάζεται από το στίγμα και τις προκαταλήψεις. «Η υπέρβασή του δεν επιτυγχάνεται με σιωπή, αλλά με ενημέρωση που αποφεύγει τον φόβο και τη δραματοποίηση και ενισχύει την κατανόηση ότι πολλές ψυχικές διαταραχές είναι αντιμετωπίσιμες καταστάσεις. Η υπεύθυνη ενημέρωση δεν αποκρύπτει την πραγματικότητα. Αντίθετα, βοηθά την κοινωνία να την κατανοήσει βαθύτερα, χωρίς φόβο και χωρίς να αναπαράγει το ίδιο το στίγμα», σημειώνει.