Ο Λευτέρης Κογκαλίδης, δημοσιογράφος και μουσικός παραγωγός που σημάδεψε τη μουσική και τη νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών. Ήταν μια ξεχωριστή φυσιογνωμία της πόλης, με βαθιά γνώση της δισκογραφίας και αστείρευτο πάθος για τη μουσική.
Η σχέση του με το τραγούδι ξεπερνούσε τα όρια της δημοσιογραφίας. Ως συλλέκτης, παραγωγός και ερευνητής της μουσικής ιστορίας, αφιέρωσε τη ζωή του στη διάσωση και ανάδειξη χιλιάδων ηχογραφήσεων, δημιουργώντας ένα από τα σημαντικότερα ιδιωτικά μουσικά αρχεία στην Ελλάδα. Το σπίτι του φιλοξενούσε περισσότερους από 50.000 δίσκους και CD, ένα αρχείο ανεκτίμητης αξίας που φρόντιζε με μεράκι και αφοσίωση.
Σε συνέντευξή του το 2023 στην Αναστασία Τελιανίδου για το Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο Κογκαλίδης είχε μιλήσει για τη μεγάλη του αγάπη, τη μουσική, εστιάζοντας στην εποχή της ντίσκο που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά. Με γλαφυρές περιγραφές ανέτρεξε στις νύχτες των δεκαετιών του ’70 και του ’80, στα θρυλικά κλαμπ της Θεσσαλονίκης και στη δύναμη της μουσικής να ενώνει ανθρώπους κάθε ηλικίας.
Παρέμεινε ενεργός μέχρι τα τελευταία χρόνια, διοργανώνοντας εκδηλώσεις και μεταδίδοντας τη γνώση και τον ενθουσιασμό του στις νεότερες γενιές, αποδεικνύοντας πως η μουσική υπήρξε πάντα τρόπος ζωής για εκείνον.
Η εποχή της ντίσκο μέσα από τα μάτια του
Οι δείκτες στο ρολόι της διασκέδασης γυρίζουν πίσω στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ξημερώματα, δυνατή μουσική, χορός και λίκνισμα στους ρυθμούς της νεοφερμένης ντίσκο. Κάτω από την ασημένια ντισκομπάλα και τα φώτα που αναβόσβηναν, οι νύχτες της εποχής εκείνης είχαν τη σφραγίδα μιας διασκέδασης που άφησε ιστορία.
«Η μουσική ντίσκο με κυρίευσε όπως και όλους τους άλλους, από την πρώτη στιγμή που μπήκε στη ζωή μας, γιατί μας έβαλε να ζήσουμε με ένταση παρέα με μια νέα συνήθεια», είχε δηλώσει ο Λευτέρης Κογκαλίδης, τονίζοντας ότι η συλλογή του ξεπερνά τις 50.000 δισκογραφικές κυκλοφορίες.
Θυμόταν τις νύχτες στις θρυλικές ντισκοτέκ, όπως τη Lavalbone, όπου σύχναζαν γνωστά αστέρια του τραγουδιού, του θεάτρου και του κινηματογράφου. Η ντίσκο, όπως έλεγε, άνθισε μετά το 1973, με τη Θεσσαλονίκη να γεμίζει ταχύτατα με νέους χώρους διασκέδασης. Τη δεκαετία του ’80, σχεδόν κάθε περιοχή είχε τη δική της πίστα με τα ντεσιμπέλ στο μέγιστο.
Οι διαγωνισμοί και η λάμψη των ντισκοτέκ
Από τις ντίσκο πέρασαν όλοι: μαθητικοί χοροί, πάρτι, ακόμη και διαγωνισμοί χορού με κριτική επιτροπή, στην οποία συμμετείχε συχνά ο γνωστός μουσικός παραγωγός. «Τα ζευγάρια χόρευαν με πάθος, με στόχο τη διάκριση και έπαθλο μια φιάλη ουίσκι ή κρασί», περιέγραφε ο Κογκαλίδης, θυμούμενος τις νύχτες όπου η μουσική δεν σταματούσε ποτέ.
Η παρακμή και η διαχρονική αγάπη για τη μουσική
Το περιοδικό «Billboard», όπου ο Κογκαλίδης υπήρξε ανταποκριτής στην Ελλάδα, είχε καθιερώσει από το 1974 τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ντίσκο. Ο ίδιος είχε ελεύθερη πρόσβαση στα πιο γνωστά κλαμπ της Ευρώπης και της Αμερικής, φτάνοντας μέχρι το θρυλικό «Στούντιο 54» της Νέας Υόρκης, όπου συνυπήρχαν αστέρες του Χόλιγουντ και ο Άντι Γουόρχολ.
Όπως έλεγε, «το 2000 είχαμε ακόμη ντίσκο αλλά σιγά σιγά έσβηνε, δίνοντας τη θέση της σε άλλα είδη χορευτικής μουσικής». Ωστόσο, η αγάπη του κοινού για τα τραγούδια εκείνης της εποχής αναβίωνε μέσα από εκδηλώσεις όπως η «Γιορτή της πανσελήνου του καλοκαιριού», που διοργάνωνε από το 2017 και συγκέντρωνε πλήθος κόσμου κάθε ηλικίας.
Μια ζωή ανάμεσα στους δίσκους
Στο σπίτι του Λευτέρη Κογκαλίδη, η μουσική όλων των ειδών είχε βρει το καταφύγιό της. «Προσπαθούσα να μετρήσω τους δίσκους μου αλλά ήταν τόσες χιλιάδες που θα έπρεπε να έχω συνεργείο είκοσι ατόμων για να τους μετράνε μέρες!», έλεγε χαρακτηριστικά.
Η συλλογή του περιλάμβανε σχεδόν ό,τι είχε κυκλοφορήσει στη Θεσσαλονίκη και στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’60 και μετά. Όταν εμφανίστηκαν τα CD, έγινε μανιώδης συλλέκτης, οργανώνοντας το αρχείο του σε κατηγορίες: άντρες, γυναίκες, συγκροτήματα, ειδικές κατηγορίες και ταινίες.
Το πολύτιμο αυτό αρχείο, που αριθμεί πάνω από 50.000 δίσκους, καταλάμβανε κάθε χώρο του σπιτιού του – από το σαλόνι και το γραφείο, μέχρι και την κρεβατοκάμαρα – αποτυπώνοντας τη ζωή ενός ανθρώπου που έζησε και δημιούργησε μέσα στη μουσική.