Η κυβέρνηση προχωρά με συνέπεια στις μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης και τη στήριξη της επιχειρηματικότητας, όπως επισημαίνει η συμπολίτευση κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του υπουργείου Ανάπτυξης στην Ολομέλεια. Αντίθετα, η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει στρατηγικό σχέδιο ούτε για την ανάπτυξη ούτε για την παραγωγική ανασυγκρότηση που έχει ανάγκη η χώρα, προσδίδοντας διαφορετικό περιεχόμενο στην έννοια της ανάπτυξης ανάλογα με την πολιτική της θέση.
Θέσεις και επιχειρήματα των κομμάτων
Η εισηγήτρια της Νέας Δημοκρατίας, Μαριλένα Σούκουλη Βιλιάλη, τόνισε ότι προτεραιότητα της κυβέρνησης αποτελεί η νομοθέτηση μέτρων για τη στήριξη του επιχειρείν και την ενίσχυση της ανάπτυξης. Όπως ανέφερε, το νομοσχέδιο καλύπτει «με τόλμη και σχολαστικότητα» ένα ευρύ φάσμα παρεμβάσεων του αναπτυξιακού κύκλου, ενώ στόχος παραμένει η προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων και η απλοποίηση των διαδικασιών άσκησης οικονομικής δραστηριότητας.
Από την πλευρά του, ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Νικητιάδης, επέκρινε τη «σιωπή» της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου για τις καταγγελίες περί κακής νομοθέτησης, χαρακτηρίζοντας το νομοσχέδιο «αχταρμά» 252 ετερόκλητων διατάξεων. Υποστήριξε ότι απουσιάζει το όραμα για την αναγέννηση της οικονομίας, ενώ παράλληλα σημείωσε πως οι πόροι του ΤΑΑ συγκεντρώνονται υπέρμετρα στον τομέα της ενέργειας. Παρά την κριτική, αναγνώρισε ότι υπάρχουν θετικές διατάξεις που το κόμμα του θα στηρίξει, ζητώντας παράλληλα την υιοθέτηση τροπολογιών για να περιοριστεί το «όργιο» των τραπεζών.
Ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ, Χάρης Μαμουλάκης, ανέφερε ότι η κυβέρνηση «σωρεύει υπερέσοδα» αποφεύγοντας τη μείωση της έμμεσης φορολογίας. Επισήμανε πως το κόμμα του στηρίζει την απλούστευση διαδικασιών και τη μείωση της γραφειοκρατίας, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον και η προστασία των εργαζομένων. Κατά τον ίδιο, το νομοσχέδιο δεν απαντά στις ανάγκες για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.
Ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ, Χρήστος Τσοκάνης, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «ανακοίνωσε ψίχουλα για τον λαό» αφήνοντας άθικτα τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων. Υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο διευκολύνει το μεγάλο κεφάλαιο και πλήττει κοινωνικές ομάδες, ενώ χαρακτήρισε «δώρο άδωρο» τις ρυθμίσεις για τις λαϊκές αγορές, καθώς δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα της τεκμαρτής φορολόγησης.
Ο ειδικός αγορητής της Ελληνικής Λύσης, Στέλιος Φωτόπουλος, στάθηκε στις οδηγίες της ΑΑΔΕ για το ψηφιακό δελτίο αποστολής, επισημαίνοντας ότι πλήττουν μικροεπιτηδευματίες και αγρότες. Αναφέρθηκε επίσης στη ρύθμιση των 72 δόσεων, θέτοντας το ερώτημα «τι άλλαξε μέσα σε ένα μήνα» από την προηγούμενη άρνηση του υπουργείου. Κατά τον ίδιο, η απλοποίηση που προωθείται δεν ωφελεί τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και λείπουν εγγυήσεις για αποτελεσματικούς ελέγχους.
Κριτική για τη διαφάνεια και την εφαρμογή των μέτρων
Ο ειδικός αγορητής της Νέας Αριστεράς, Δημήτρης Τζανακόπουλος, αναφέρθηκε στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, κάνοντας λόγο για «κυβερνητικά μεθοδευμένη διαφθορά». Χαρακτήρισε τις κυβερνητικές ανακοινώσεις «κοροϊδιλίκια» και υποστήριξε ότι η κυβέρνηση επέλεξε υπερπλεονάσματα αντί για την ενίσχυση των εισοδημάτων. Κατά τον ίδιο, ο παραγωγικός μετασχηματισμός που προωθείται μεταθέτει δημόσιες λειτουργίες σε ιδιωτικά συμφέροντα.
Ο ειδικός αγορητής της «Νίκης», Κομνηνός Δελβερούδης, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «συρραφή επιμέρους διατάξεων» που αυξάνει την πολυνομία και το βάρος για τον μικρό επιχειρηματία. Επέκρινε τις προβλέψεις για κοινωνικές δομές και την υποβάθμιση της Επιθεώρησης Εργασίας, σημειώνοντας ότι ανοίγει ο δρόμος για είσοδο ιδιωτών σε κρίσιμους ελεγκτικούς τομείς.
Η ειδική αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας, Τζώρτζια Κεφαλά, υπογράμμισε ότι η λεγόμενη απλούστευση διαδικασιών αποτελεί «επικοινωνιακό τέχνασμα», που μεταφέρει ευθύνες του κράτους στον ιδιώτη. Όπως είπε, το σύστημα παραμένει «γραφειοκρατικό για τον μικρό και ασύδοτο για τον μεγάλο επιχειρηματία».
Παρεμβάσεις στην Ολομέλεια
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης, Κυριάκος Βελόπουλος, αναφέρθηκε στο φαινόμενο της πολυνομίας, υποστηρίζοντας ότι οι νέες διατάξεις δυσχεραίνουν τις επενδύσεις. Επισήμανε ότι η Επιθεώρηση Εργασίας αποδυναμώνεται αντί να ενισχύεται και χαρακτήρισε τα κυβερνητικά μέτρα «ψίχουλα» για μια αγορά που ασφυκτιά. Επανέλαβε την αντίθεσή του στο Ψηφιακό Δελτίο Αποστολής, τονίζοντας ότι «σε καμία χώρα δεν ανεβαίνει στο διαδίκτυο».
Ο κ. Βελόπουλος κατηγόρησε την κυβέρνηση για «νομοθετική αμετροέπεια» και αναφέρθηκε σε φωτογραφικές διατάξεις σχετικά με τους περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς, καταλήγοντας ότι η χώρα χρειάζεται «όχι μία, αλλά είκοσι Κοβέσι» για την καταπολέμηση της διαφθοράς.