Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι συνέπειές τους στην ευρωπαϊκή οικονομία, τον τουρισμό και την αμυντική πολιτική βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης ανάμεσα στον επίτροπο Βιώσιμων Μεταφορών και Τουρισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόστολο Τζιτζικώστα, και τη δημοσιογράφο των FT, Ελένη Βαρβιτσιώτη, κατά τη δεύτερη ημέρα του συνεδρίου των Financial Times και της Καθημερινής.
Ο κ. Τζιτζικώστας εξέφρασε αισιοδοξία για την επάρκεια καυσίμων αεροσκαφών στην Ευρώπη, επισημαίνοντας πως «οι πολίτες δεν πρέπει να ανησυχούν». Όπως εξήγησε, το 70% της παραγωγής προέρχεται από ευρωπαϊκές μονάδες, ενώ μόλις το 20% εισάγεται από την περιοχή του Κόλπου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, πρόσθεσε, διαθέτει στρατηγικά αποθέματα που μπορούν να ενεργοποιηθούν αν χρειαστεί.
Παρά τη διασφάλιση της επάρκειας, ο επίτροπος αναγνώρισε ότι η εκτίναξη των τιμών αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση. Οι τιμές έχουν υπερδιπλασιαστεί σε διάστημα δύο μηνών, προκαλώντας πιέσεις στις αεροπορικές εταιρείες και οδηγώντας σε ακυρώσεις δρομολογίων που δεν θεωρούνται πλέον βιώσιμα.
Ανθεκτικός ο ευρωπαϊκός τουρισμός
Αναφορικά με τον τουρισμό, ο κ. Τζιτζικώστας υπογράμμισε ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να αποτελεί τον κορυφαίο παγκόσμιο προορισμό. Εκτίμησε ότι το 2026 θα σημειωθεί μικρή αύξηση αφίξεων, αν και χαμηλότερη από τις αρχικές προβλέψεις. Η τουριστική αγορά, ωστόσο, αναμένεται να επηρεαστεί από τη μείωση των αφίξεων από την Ασία και τη χαμηλή δραστηριότητα στα αεροδρόμια του Κόλπου, που λειτουργούν στο 50% της περυσινής δυναμικότητάς τους.
Ο επίτροπος δήλωσε αισιόδοξος ότι η ενίσχυση του ενδοευρωπαϊκού τουρισμού θα αντισταθμίσει μέρος των απωλειών, καθώς περισσότεροι Ευρωπαίοι επιλέγουν ταξίδια εντός ηπείρου. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τα δικαιώματα επιβατών εξασφαλίζουν πλήρη προστασία σε περιπτώσεις ακυρώσεων ή καθυστερήσεων.
Το οικονομικό κόστος της κρίσης
Ο κ. Τζιτζικώστας ανέφερε ότι, σύμφωνα με την Κομισιόν, η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη κοστίσει περίπου 35 δισ. ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους επιβαρύνει την οικονομία κατά 500 εκατ. ευρώ ημερησίως. Προειδοποίησε μάλιστα πως, αν ο πόλεμος συνεχιστεί και παραμείνουν κλειστά τα Στενά του Ορμούζ, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο παγκόσμιας ύφεσης.
Ακόμη και με άμεση παύση των εχθροπραξιών, η οικονομία θα χρειαστεί έξι έως οκτώ μήνες για να επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα. Ο επίτροπος στάθηκε επίσης στους κινδύνους για τις τιμές ενέργειας και λιπασμάτων, καθώς μεγάλο μέρος των πρώτων υλών προέρχεται από την περιοχή του Κόλπου. Για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επιτρέψει στα κράτη-μέλη να επιδοτούν έως και το 70% της διαφοράς στις τιμές καυσίμων.
Κοινός δανεισμός και διατλαντικές σχέσεις
Σε ερώτηση για πιθανό νέο κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό, ο επίτροπος απάντησε ότι «όλα είναι στο τραπέζι», διευκρινίζοντας πως οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη της κρίσης. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία των διατλαντικών σχέσεων, σημειώνοντας ότι «οι διατλαντικές σχέσεις είναι σήμερα πιο σημαντικές από ποτέ».
Η στρατιωτική κινητικότητα στο επίκεντρο
Ο επίτροπος παρουσίασε τη νέα στρατηγική της ΕΕ για τη στρατιωτική κινητικότητα, περιγράφοντας το σχέδιο δημιουργίας μιας «στρατιωτικής Σένγκεν». Το σχέδιο θα επιτρέπει τη γρήγορη μεταφορά στρατευμάτων και εξοπλισμού εντός Ευρώπης, μειώνοντας δραστικά τους σημερινούς χρόνους μετακίνησης.
Η Κομισιόν, σε συνεργασία με το NATO, έχει εντοπίσει 500 κρίσιμα έργα υποδομών – από γέφυρες και λιμάνια έως αεροδρόμια και τούνελ – που θα εξυπηρετούν τόσο στρατιωτικές όσο και οικονομικές ανάγκες. «Κάθε ευρώ που επενδύεται στη στρατιωτική κινητικότητα θα έχει αντίκτυπο όχι μόνο στην άμυνα και την ασφάλεια, αλλά και στην οικονομία και τους πολίτες μας», τόνισε ο κ. Τζιτζικώστας.
Η νέα ρύθμιση προβλέπει επίσης ταχεία έκδοση αδειών μετακίνησης στρατευμάτων μέσα σε λίγες ώρες, με στόχο «να μειωθεί ο χρόνος μεταφοράς στρατευμάτων και εξοπλισμού από μήνες σε ημέρες».
Η Ευρώπη σε φάση μετασχηματισμού
Κλείνοντας, ο επίτροπος επισήμανε ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε φάση βαθιάς αλλαγής, δίνοντας προτεραιότητα στην άμυνα και την ανταγωνιστικότητα. «Από κρίση σε κρίση, η Ευρώπη δυναμώνει, ωριμάζει και αλλάζει», σημείωσε, προσθέτοντας πως στόχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι η μείωση της γραφειοκρατίας κατά 30% έως το τέλος του επόμενου έτους, ώστε η Ένωση να γίνει πιο ευέλικτη και ανταγωνιστική στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.