Τη σημασία της ενεργειακής αυτονομίας και της δυνατότητας κάθε χώρας να παράγει τη δική της ενέργεια, χωρίς εξάρτηση από τρίτους, υπογράμμισε ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Σταύρος Παπασταύρου, σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ.
Όπως σημείωσε το ΥΠΕΝ, ο κ. Παπασταύρου ανέδειξε τη σημασία της συνάντησης που πραγματοποιήθηκε με τη Chevron και τη HELLENIQ ENERGY, επιβεβαιώνοντας την ολοκλήρωση των διαδικασιών για τη συμμετοχή του αμερικανικού ενεργειακού κολοσσού στο 5ο θαλάσσιο οικόπεδο της χώρας, το Block 10, στα ανοιχτά του Κυπαρισσιακού Κόλπου στο νότιο Ιόνιο.
Ο υπουργός χαρακτήρισε την εξέλιξη «πολύ θετική», καθώς φέρνει την Ελλάδα στο επίκεντρο των μεγαλύτερων ενεργειακών εταιρειών παγκοσμίως, όπως η Chevron και η ExxonMobil.
Όπως τόνισε, η ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων απαιτεί υψηλό κόστος και τεχνογνωσία, ενώ πρέπει να γίνεται με τα πιο αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα. Επισήμανε επίσης ότι, εφόσον η ερευνητική γεώτρηση της κοινοπραξίας ExxonMobil–Energean–HELLENIQ ENERGY στο Βορειοδυτικό Ιόνιο δείξει αξιοποιήσιμο κοίτασμα, τα δημόσια έσοδα μπορεί να φτάσουν τα 10 δισ. δολάρια σε βάθος χρόνου.
Ο κ. Παπασταύρου ανέφερε ότι τα κρατικά έσοδα από τις εκμεταλλεύσεις υπολογίζονται γύρω στο 38% με 40% των κερδών.
Όπως σημείωσε, η επιτυχής έκβαση των γεωτρήσεων θα ενισχύσει την ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας και θα συμβάλει ουσιαστικά στην αύξηση του βιοτικού επιπέδου. «Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πώς θα διανέμουμε τα δημόσια έσοδα, αλλά και πώς θα τα αυξήσουμε», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
Το ενεργειακό μείγμα και η βιώσιμη ανάπτυξη
Απαντώντας στο ερώτημα «Με τον ήλιο και τον άνεμο ή με τους υδρογονάνθρακες», ο υπουργός τόνισε: «Η απάντηση είναι, με την Ελλάδα και τους Έλληνες».
Εξήγησε ότι η χώρα πρέπει να αξιοποιήσει όλους τους φυσικούς της πόρους, δημιουργώντας ένα ενεργειακό μείγμα που θα διασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή αυτονομία.
Διευκρίνισε επίσης πως η ανάπτυξη του τομέα υδρογονανθράκων δεν αναιρεί τη δέσμευση για βιώσιμη ανάπτυξη και απανθρακοποίηση, καθώς το φυσικό αέριο παραμένει αναγκαίο στοιχείο του ενεργειακού μείγματος, όπως αναγνωρίζει και η Ευρώπη.
Σύμφωνα με τον κ. Παπασταύρου, η Ελλάδα διαθέτει σήμερα 18 GW εγκατεστημένης ισχύος από ΑΠΕ, έναντι 6,3 GW το 2019, ενώ το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. «Αυτός είναι και ο λόγος που η έκρηξη στις τιμές του φυσικού αερίου δεν μεταφέρθηκε έντονα στον καταναλωτή», σημείωσε.
Αποθήκευση ενέργειας και επενδυτικές προοπτικές
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο υπουργός στον τομέα της αποθήκευσης ενέργειας, επισημαίνοντας την ανάγκη επιτάχυνσης των έργων ώστε να μην χάνεται η παραγόμενη ενέργεια από τις ΑΠΕ.
Μέχρι τον Μάρτιο η χώρα δεν διέθετε αποθήκευση συνδεδεμένη με το δίκτυο, αλλά από την 1η Απριλίου έχουν συνδεθεί οι πρώτες δύο μπαταρίες με συνολική ισχύ 32 MW. Σήμερα η ισχύς αυτή πλησιάζει τα 200 MW, ενώ έως το τέλος του έτους αναμένεται να φτάσει τα 700–800 MW, με στόχο το 2027 να αγγίξει τα 1,2–1,4 GW.
Τέλος, αναφερόμενος στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ, η οποία ξεκίνησε με το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών, ο κ. Παπασταύρου τη χαρακτήρισε σημαντική εξέλιξη, καθώς καταγράφεται έντονο ενδιαφέρον από κορυφαία επενδυτικά κεφάλαια των ΗΠΑ και άλλων χωρών. Υπογράμμισε, παράλληλα, ότι η Ελληνική Δημοκρατία διατηρεί την πλειοψηφία του 51%, «κρατάει την πλειοψηφική της συμμετοχή στα δίκτυα».