Σε μια κρίσιμη καμπή για την ελληνική οικονομία, ο επίμονος πληθωρισμός και οι διαρθρωτικές αδυναμίες συνυπάρχουν με τη βελτιωμένη δημοσιονομική εικόνα και τις προσδοκίες για περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας.
Σύμφωνα με την έκθεση «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα το 2025 παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αποτέλεσμα της ταυτόχρονης δράσης αντίρροπων δυνάμεων.
Οι πρώτες αξιολογήσεις της ελληνικής οικονομίας για το 2026 από τους διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης ξεκινούν τον Μάρτιο, σε μια περίοδο όπου το δημοσιονομικό προφίλ της χώρας έχει βελτιωθεί, αλλά ο επίμονος πληθωρισμός και τα διαρθρωτικά προβλήματα παραμένουν βασικές προκλήσεις.
Όπως επισημαίνει, από τη μία πλευρά, υπάρχουν οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής, των υπηρεσιών (στέγαση, αναψυχή κ.ά.) και της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου κ.ά., και από την άλλη, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στα επεξεργασμένα είδη διατροφής, στα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά και στα υγρά καύσιμα.
Επισημαίνει ότι λαμβάνοντας υπόψη την ισχυρή ζήτηση, η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, μέσω της ενίσχυσης της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, δύναται να συμβάλει τόσο στην επιβράδυνση του επίμονου πληθωρισμού όσο και στη σταδιακή αποκλιμάκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η διεύρυνση της παραγωγικής β σης με βιώσιμο τρόπο, αυξάνει την πιθανότητα για περαιτέρω αναβαθμίσεις από του οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης του αξιόχρεου της Ελλάδας στο μέλλον.
Έρχονται οι αξιολογήσεις από τους οίκους
Ο πρώτος γύρος αξιολογήσεων θα ανοίξει στις 6 Μαρτίου 2026 από τον οίκο DBRS Morningstar, έναν από τους πέντε οίκους που λαμβάνει υπόψη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής και της αποδοχής ενεχύρων.
Θα ακολουθήσουν η Moody’s στις 13 Μαρτίου, η Scope Ratings στις 20 Μαρτίου, η Standard & Poor’s στις 24 Απριλίου, ενώ ο κύκλος αναμένεται να ολοκληρωθεί με τη Fitch στις 8 Μαΐου.
Σύμφωνα με την Eurobank, η εικόνα των αξιολογήσεων παραμένει μεικτή. Η Moody’s κατατάσσει ήδη την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα, ενώ οι υπόλοιποι οίκοι τοποθετούν τη χώρα ένα «σκαλοπάτι» χαμηλότερα.
Παράλληλα, μόνο η Scope Ratings συνοδεύει την αξιολόγησή της με θετικές προοπτικές, την ώρα που οι άλλοι οίκοι διατηρούν σταθερό outlook, στοιχείο που κάνει λιγότερο πιθανή μια άμεση αναβάθμιση στον επόμενο γύρο.
Στις αναφορές τους, οι οίκοι αναγνωρίζουν τη θετική πορεία κυρίως στο δημοσιονομικό πεδίο, ωστόσο συνεχίζουν να επισημαίνουν διαρθρωτικές αδυναμίες και καθοδικούς κινδύνους για τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Eurobank υπογραμμίζει ότι, με την εγχώρια ζήτηση να παραμένει ισχυρή μετά την πανδημία, βασική προτεραιότητα είναι η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης μέσω ενίσχυσης της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.
Όπως σημειώνεται στην έκθεση, μια βιώσιμη επέκταση της παραγωγικής βάσης μπορεί να συμβάλει τόσο στην επιβράδυνση του επίμονου πληθωρισμού όσο και στη σταδιακή μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ενισχύοντας παράλληλα τις πιθανότητες για περαιτέρω αναβαθμίσεις του ελληνικού αξιόχρεου στο μέλλον.
Επιμένει ο πληθωρισμός
Στο μέτωπο των τιμών, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παρέμεινε επίμονος το 2025. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 2,9% από 3,0% το 2024, ενώ στην Ευρωζώνη υποχώρησε στο 2,1% από 2,4%.
Η Eurobank επισημαίνει επίσης ότι μεταξύ των χωρών του ευρώ παρατηρούνται μεγάλες αποκλίσεις, με υψηλότερες αυξήσεις τιμών να καταγράφονται σε οικονομίες που εμφανίζονται πιο ευαίσθητες σε γεωπολιτικές διαταραχές.
Για την Ελλάδα, η επιμονή του πληθωρισμού το 2025 αποδίδεται κυρίως στις υπηρεσίες, στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα και στην ενέργεια (ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, στερεά καύσιμα και θερμική ενέργεια), όπου οι ανατιμήσεις επιταχύνθηκαν.
Αντίθετα, μέρος των πιέσεων αντισταθμίστηκε από την επιβράδυνση στα επεξεργασμένα τρόφιμα και στα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά, καθώς και από την εντονότερη πτώση στα υγρά καύσιμα, εξέλιξη που συνδέεται με τη μείωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Eurobank επαναφέρει ως κεντρικό ζητούμενο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τη βιώσιμη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, ως παράγοντες που μπορούν να στηρίξουν την αποκλιμάκωση των τιμών, τη βελτίωση των εξωτερικών ισορροπιών και, τελικά, την πορεία των αξιολογήσεων της χώρας.