Οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο των αγορών, επειδή η άνοδος έχει ήδη καταγραφεί και πλέον το ερώτημα είναι πόσο χώρο υπάρχει ακόμη.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της UBS, ο κλάδος έχει ενισχυθεί κατά περίπου 8% από τις 9 Δεκεμβρίου 2025, ενώ στο τελευταίο δωδεκάμηνο η συνολική απόδοση προσεγγίζει το 77%.
Η εικόνα αυτή, όπως σημειώνουν οι αναλυτές, έχει αλλάξει τη στάση των επενδυτών, το ενδιαφέρον παραμένει, αλλά η νευρικότητα αυξάνεται και η αισιοδοξία γίνεται πιο επιλεκτική.
Ελληνικές τράπεζες: Δυνατό ξεκίνημα το 2026 – «Αγορά» για όλες, κορυφαία η Πειραιώς
Μετά από πιο αδύναμη πορεία στο τελευταίο τρίμηνο του 2025, οι ελληνικές τράπεζες ξεκίνησαν δυναμικά το 2026, με τις μετοχές τους να καταγράφουν διψήφιες αποδόσεις από την αρχή του έτους, σύμφωνα με έκθεση της UBS.
Όπως αναφέρει η έκθεση της ελβετικής τράπεζας, η Alpha Bank είναι στο +12% από την αρχή του έτους (YTD), η Eurobank στο +11%, η Εθνική Τράπεζα στο +9% και η Τράπεζα Πειραιώς στο +13%.
Η UBS αποδίδει το θετικό κλίμα σε τρεις βασικούς λόγους, διαρθρωτική ανάπτυξη με ελκυστικά περιθώρια, ενισχυμένη εμπιστοσύνη των επενδυτών ότι η ΕΚΤ θα κρατήσει σταθερή στάση για το προβλέψιμο μέλλον, καθώς και αποτιμήσεις που παραμένουν σε έκπτωση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες.
«Μετά από πιο αδύναμη σχετική επίδοση στο 4ο τρίμηνο του 2025, οι ελληνικές τράπεζες έχουν κάνει ισχυρό ξεκίνημα στη χρονιά», σημειώνει η UBS, προσθέτοντας ότι η δυναμική ενισχύεται από το μακροοικονομικό περιβάλλον και την εικόνα στα επιτόκια.
Στο επενδυτικό σκέλος, η UBS δηλώνει πως διατηρεί σύσταση “αγορά” για όλες τις ελληνικές τράπεζες που καλύπτει, ενώ ξεχωρίζει την Πειραιώς ως κορυφαία επιλογή χαρτοφυλακίου. «Η Πειραιώς είναι η κορυφαία επιλογή μας στο χαρτοφυλάκιο», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η έκθεση καταγράφει ότι αρκετοί επενδυτές επιλέγουν να «μοιράζουν» την έκθεσή τους σε περισσότερες από μία ελληνικές τράπεζες, ώστε να πετύχουν ικανοποιητικό συνολικό μέγεθος θέσης.
«Πολλοί από όσους μιλήσαμε κρατούν περισσότερα ελληνικά ονόματα για να χτίσουν επαρκή συνολική έκθεση, δεδομένης της χαμηλότερης, αλλά όχι χαμηλής, εμπορευσιμότητας», σημειώνει η UBS.
Στην “καρδιά” της ανάλυσης βρίσκεται η παρατήρηση ότι οι τράπεζες είχαν την καλύτερη χρονιά τους σε έναν κύκλο όπου τα επιτόκια υποχωρούσαν, κάτι που, όπως τονίζει η UBS, είναι ειρωνικό, καθώς οι μεγαλύτερες αναβαθμίσεις κερδών συνδέθηκαν με την περίοδο ανόδου επιτοκίων.
Πλέον, με τον κλάδο να διαπραγματεύεται περίπου στις 9,4 φορές τα κέρδη του 2027 και σε επίπεδα γύρω στο 1,6 της ενσώματης καθαρής θέσης, οι επενδυτές που συναντήθηκαν στις πρόσφατες επαφές της τράπεζας “βλέπουν λιγότερο περιθώριο ανόδου από εδώ και πέρα”, χωρίς όμως και αυτό έχει σημασία, να εντοπίζουν κάποιο ξεκάθαρο, κλαδικό “καταλύτη” που να προμηνύει απότομη διόρθωση.
AI και γεωπολιτική: γενικός κίνδυνος, αλλά το βλέμμα στην αποτελεσματικότητα
Η γεωπολιτική, όπως καταγράφεται, είναι θέμα που κυριαρχεί στις συζητήσεις, αλλά αντιμετωπίζεται περισσότερο ως γενικός κίνδυνος για την αγορά μετοχών και όχι ως κίνδυνος ειδικά για τις τράπεζες.
«Δεν επισημαίνεται κάποια τράπεζα ή κάποια τραπεζική εξέλιξη ως άμεσος λόγος για πώληση», είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τον τόνο των συναντήσεων, με το βασικό σημείο προσοχής να μετακινείται σε εξωγενείς παράγοντες και όχι σε “εσωτερική” αδυναμία του κλάδου.
Η UBS υπογραμμίζει επίσης ότι η απόδοση του τελευταίου έτους ξεπέρασε τις προσδοκίες “σχεδόν όλων”.
Κατά την ανάγνωση της έκθεσης, αυτό δεν οφείλεται σε ένα μόνο στοιχείο, αλλά σε έναν συνδυασμό εξελίξεων, οι αγορές απέκτησαν τελικά μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι τα επιτόκια της ΕΚΤ θα σταθεροποιηθούν γύρω στο 2%, η πιστωτική επέκταση και η αύξηση καταθέσεων συνέχισαν να επιταχύνονται σε πολλές χώρες, οι ζημιές από δάνεια παρέμειναν χαμηλές και οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές κατέγραψαν νέα υψηλά.
Με άλλα λόγια, η “μακρο-ιστορία” ήταν πιο ευνοϊκή από όσο περίμενε η αγορά πριν έναν χρόνο.
Παρότι ο κλάδος έχει ήδη “επανατιμολογηθεί”, η UBS επιμένει ότι η συζήτηση δεν πρέπει να μένει στα μέσα μεγέθη.
Η βασική θέση των αναλυτών είναι ότι η υπερβολική έμφαση στους κλαδικούς μέσους όρους μπορεί να κάνει τους επενδυτές να χάνουν τις μετοχές που, κατά την τράπεζα, εξακολουθούν να προσφέρουν σημαντικό περιθώριο ανόδου.
«Μιλάμε λιγότερο για τον κλάδο και περισσότερο για τις μετοχές», είναι η λογική που διατρέχει την έκθεση, με την UBS να τονίζει πως οι αποτιμήσεις και οι προοπτικές απόδοσης παρουσιάζουν μεγάλη διασπορά, άρα οι “νικητές” της επόμενης φάσης δεν θα είναι απαραίτητα όλοι μαζί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η UBS ξεχωρίζει δύο ονόματα που προβάλλονται έντονα στις επενδυτικές συζητήσεις.
Από τη μία, η BNP Paribas, την οποία η τράπεζα αναβάθμισε πρόσφατα σε σύσταση αγοράς, θεωρώντας ότι συγκαταλέγεται στις πιο ελκυστικά αποτιμημένες μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες.
Από την άλλη, η ABN AMRO, για την οποία οι αναλυτές εκτιμούν ότι μπορεί να συνεχίσει να υπεραποδίδει, ενώ καταγράφουν και το ενδιαφέρον που δείχνουν κυρίως hedge funds για το “ολλανδικό στοίχημα”, ειδικά εφόσον συνεχιστούν κινήσεις που βελτιώνουν το κεφαλαιακό προφίλ και την αποτελεσματικότητα.
Για την BNP Paribas, πάντως, η UBS σημειώνει ότι παρότι η αναβάθμιση έγινε δεκτή καλύτερα από το αναμενόμενο, οι επενδυτές παραμένουν προσεκτικοί σε συγκεκριμένα ζητήματα.
Ένα βασικό ερώτημα αφορά το αν η διοίκηση θα δώσει προτεραιότητα στη δημιουργία κεφαλαίου ώστε να ενισχύσει περαιτέρω την εικόνα του ισολογισμού.
Ένα δεύτερο αφορά το κατά πόσο θα προχωρήσει σε επαναγορές μετοχών για να “επιβάλει” επαναξιολόγηση της μετοχής, όπως έχει συμβεί σε άλλες περιπτώσεις.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται η αξιοπιστία του στόχου για άνοδο της απόδοσης επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων προς το 13% έως το 2028, καθώς και το πολιτικό/κρατικό ρίσκο της Γαλλίας, αν και η UBS υπογραμμίζει ότι τα κρατικά χαρτοφυλάκια της τράπεζας είναι μικρά και σε μεγάλο βαθμό τηρούνται στο κόστος.
Ένα ακόμη θέμα που εμφανίζεται παντού στις συζητήσεις είναι η τεχνητή νοημοσύνη και το πώς μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που αποτιμώνται οι τράπεζες.
Η UBS καταγράφει έντονο ενδιαφέρον για το ερώτημα αν οι “νικητές” θα είναι οι τράπεζες που είναι ήδη μπροστά στην υλοποίηση ή εκείνες που έχουν τα μεγαλύτερα περιθώρια βελτίωσης λόγω χαμηλής αποδοτικότητας.
Η ουσία, όπως προκύπτει, είναι ότι η αγορά ζητά πλέον από τις διοικήσεις πιο συγκεκριμένη, μετρήσιμη αφήγηση: πόσο κοστίζει σήμερα η μετάβαση, τι σημαίνει για τις δαπάνες τα επόμενα χρόνια και ποια θα είναι η επίπτωση σε προσωπικό και παραγωγικότητα.
Γεωγραφικές επιλογές: Πού βλέπει ανάπτυξη και πού κρατά αποστάσεις η UBS
Ισχυρό ενδιαφέρον καταγράφεται και για την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, όπου οι επενδυτές βλέπουν υψηλότερη πιστωτική ανάπτυξη, έκθεση σε επενδυτικά προγράμματα της Ε.Ε. και πιθανή “ουρά” αισιοδοξίας εάν υπάρξει πρόοδος προς ειρήνευση στην Ουκρανία.
Η UBS εμφανίζεται να προτιμά την Erste σε αυτή τη γεωγραφία, ενώ σημειώνει ότι συνάντησε και κατόχους της Raiffeisen. Η τάση εδώ είναι ξεκάθαρη: αναζήτηση ανάπτυξης σε περιοχές που θεωρούνται πιο “μοχλευμένες” σε ευρωπαϊκές επενδυτικές ροές.
Στον αντίποδα, οι σκανδιναβικές τράπεζες παρουσιάζονται ως η περιοχή όπου το ενδιαφέρον είναι περιορισμένο.
Η UBS περιγράφει την εικόνα ως “μη δημοφιλή” και επισημαίνει ότι οι αποτιμήσεις είναι σχετικά υψηλές ενώ οι προσδοκίες αύξησης κερδών σαφώς χαμηλότερες από τον μέσο όρο του κλάδου.
Η αίσθηση από τις συναντήσεις είναι πως αρκετοί επενδυτές αντιμετωπίζουν τα Nordics ως σχετικά “εύκολο underweight”, με την Handelsbanken να εμφανίζεται ως η λιγότερο προτιμώμενη επιλογή, καθώς, σύμφωνα με την UBS, δυσκολεύεται να γεφυρώσει το χάσμα κερδοφορίας έναντι των ομοειδών της.
Στην Ολλανδία, η εικόνα είναι αντίστροφη, ABN AMRO και ING βρίσκονται σταθερά στο ραντάρ.
Η UBS σημειώνει ότι η ABN εμφανίζεται ως η προτιμώμενη επιλογή για πολλούς, ειδικά μεταξύ hedge funds, παρότι υπάρχει προβληματισμός για το “πόσα ακόμη μπορεί να δώσει” μετά την ισχυρή επίδοση του 2025.
Για την ING, το ενδιαφέρον αποδίδεται περισσότερο σε προσδοκίες για κερδοφορία που στηρίζεται σε αύξηση όγκων και ενίσχυση εσόδων από προμήθειες, παρά σε ένα μοναδικό άμεσο καταλύτη.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η UBS διαπιστώνει βελτιωμένο κλίμα σε σχέση με προηγούμενες επαφές, με έμφαση στις εγχώριες τράπεζες που, όπως σημειώνει, ωφελούνται από διαρθρωτικά πλεονεκτήματα και ισχυρή ποιότητα ενεργητικού.
Η Barclays αναφέρεται ως κορυφαία επιλογή της UBS στο βρετανικό τραπεζικό σύμπαν, παρά τους κινδύνους που συνδέονται με τις δραστηριότητες στις κάρτες στις ΗΠΑ, ενώ η NatWest εμφανίζεται ως ελκυστική ενόψει νέων στρατηγικών στόχων που αναμένονται τον Φεβρουάριο.
Συνολικά, το μήνυμα της UBS είναι ότι η “εύκολη” ανοδική φάση του κλάδου, που στηρίχθηκε στη γενική επαναξιολόγηση, έχει σε μεγάλο βαθμό καταγραφεί.
Η επόμενη φάση, όπως περιγράφεται, θα είναι περισσότερο μια ιστορία επιλογής τίτλων, με τους επενδυτές να αναζητούν τράπεζες που μπορούν να δώσουν πειστική συνέχεια στην κερδοφορία, να αποδείξουν ότι έχουν πραγματικά περιθώρια βελτίωσης στην αποτελεσματικότητα και να εξηγήσουν πειστικά αν η τεχνητή νοημοσύνη θα μετατραπεί από υπόσχεση σε μετρήσιμο αποτέλεσμα.