Ο Ντόναλντ Τραμπ πρόκειται να ακυρώσει αύριο Πέμπτη το κείμενο που είχε υιοθετηθεί επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα και αποτελούσε θεμέλιο των πολιτικών των ΗΠΑ για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, σύμφωνα με ανακοίνωση της εκπροσώπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ.
Η Λέβιτ χαρακτήρισε την απόφαση «την μεγαλύτερη ενέργεια απορρύθμισης στην αμερικανική ιστορία», υποστηρίζοντας ότι η νέα πολιτική θα επιτρέψει στους Αμερικανούς να εξοικονομήσουν χρήματα.
Η αναστροφή αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από επιστήμονες και περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίοι δηλώνουν αποφασισμένοι να προσφύγουν στη δικαιοσύνη για την ακύρωσή της. Οι ΗΠΑ παραμένουν η χώρα με τις μεγαλύτερες ιστορικά εκπομπές αερίων που συμβάλλουν στην υπερθέρμανση του πλανήτη.
«Ο Τραμπ οδηγεί τη χώρα σε αδιέξοδο» προωθώντας «το ρυπογόνο πετρέλαιο και τον μολυσμένο αέρα», δήλωσε ο Νταν Μπέκερ της οικολογικής ΜΚΟ Center for Biological Diversity («Κέντρο για τη Βιοποικιλότητα»).
Από την πλευρά του, ο δημοκρατικός κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ, κατήγγειλε ότι «το μέτρο αυτό είναι παράνομο, αψηφά τα επιστημονικά δεδομένα κι αρνείται την πραγματικότητα», σε κοινό ανακοινωθέν του με τον κυβερνήτη του Ουισκόνσιν, Τόνι Έβερς. Οι δύο κυβερνήτες δεσμεύθηκαν ότι «δεν θα σταματήσουν τη μάχη τους για να προστατεύσουν τους Αμερικανούς από τη ρύπανση».
Η διαπίστωση κινδύνου και οι επιπτώσεις της
Το κείμενο που βρίσκεται υπό κατάργηση, γνωστό ως «Endangerment Finding», είχε εγκριθεί το 2009 από την Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA), επί προεδρίας Ομπάμα. Προέβλεπε ότι έξι αέρια του θερμοκηπίου θεωρούνται επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία και υπόκεινται σε ομοσπονδιακό έλεγχο.
Η απόφαση αυτή άνοιξε τον δρόμο για σειρά ρυθμίσεων με στόχο τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και μεθανίου από οχήματα και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Η ακύρωσή της θα επιτρέψει την άρση περιορισμών για τα οχήματα και θα ανοίξει τον δρόμο για περαιτέρω απορρύθμιση, κυρίως στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής.
Η κυβέρνηση Τραμπ είχε δηλώσει από νωρίς την πρόθεσή της να στηρίξει τις βιομηχανίες πετρελαίου και άνθρακα, προκαλώντας την έντονη δυσαρέσκεια της επιστημονικής κοινότητας, που κάνει λόγο για αντιεπιστημονική και επιζήμια πολιτική.
Αντιδράσεις και πιθανές δικαστικές εξελίξεις
Περισσότεροι από 1.000 επιστήμονες είχαν επισημάνει ήδη από τον Ιούλιο ότι «οι επιστημονικές αποδείξεις για την κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τον άνθρωπο είναι αδιαμφισβήτητες και πλέον ακόμη πιο ανησυχητικές». Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική κυβέρνηση υποβαθμίζει τον ρόλο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και υποστηρίζει πως οι επιπτώσεις των αερίων του θερμοκηπίου είναι έμμεσες και παγκόσμιες.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει επίσης ότι η κατάργηση του κειμένου θα μειώσει το κόστος των νέων οχημάτων, το οποίο έχει αυξηθεί μετά την πανδημία του κορονοϊού. Ωστόσο, η απόφαση αναμένεται να οδηγηθεί στα δικαστήρια, με το Ανώτατο Δικαστήριο πιθανό να έχει τον τελικό λόγο.
Παρά το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο διαθέτει πλέον συντηρητική πλειοψηφία, οι αντίπαλοι του μέτρου υπενθυμίζουν ότι ήταν το ίδιο δικαστήριο που το 2007 έθεσε τη νομική βάση για την απόφαση της EPA. «Θα ιδωθούμε στο δικαστήριο», είχε προειδοποιήσει πρόσφατα ο Μάνις Μπάπνα, πρόεδρος της οικολογικής οργάνωσης NRDC.
Η διεθνής διάσταση της απόφασης
Η ανακοίνωση της Ουάσιγκτον έρχεται ενώ το 2025 καταγράφηκε ως η τρίτη θερμότερη χρονιά στην ιστορία του πλανήτη. Οι επιπτώσεις της κλιματικής απορρύθμισης γίνονται ολοένα και πιο αισθητές στις ΗΠΑ και παγκοσμίως.
Παρά τις σαφείς ενδείξεις της κλιματικής κρίσης, η πρόοδος στην προσπάθεια μείωσης των εκπομπών παραμένει περιορισμένη στις ανεπτυγμένες οικονομίες, λόγω έλλειψης επενδύσεων σε τεχνολογίες μείωσης διοξειδίου του άνθρακα.