Η Κάγια Κάλας, Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, εξέφρασε την απογοήτευσή της μετά το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, δηλώνοντας ότι «δυστυχώς, δεν καταφέραμε να συμφωνήσουμε για το 20ό πακέτο κυρώσεων». Όπως ανέφερε, η καθυστέρηση αυτή αποτελεί «ένα μήνυμα που δεν θέλαμε να στείλουμε σήμερα», σημειώνοντας παράλληλα ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν, καθώς «όλοι κατανοούν ότι η διπλωματία είναι προτιμότερη από τον πόλεμο».
Αναφερόμενη στο βέτο της Ουγγαρίας, όχι μόνο για το πακέτο κυρώσεων αλλά και για την αλλαγή στάσης σχετικά με το δάνειο των 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία, η Κάλας ερωτήθηκε αν η στάση αυτή συνδέεται με τις επικείμενες εκλογές στη χώρα. Η ίδια απάντησε πως αδυνατεί να κατανοήσει το πολιτικό όφελος μιας τέτοιας επιλογής. «Είναι πραγματικά λυπηρό το γεγονός ότι η απόφαση στην οποία κατέληξαν όλοι οι ηγέτες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τώρα ανατρέπεται», τόνισε, προσθέτοντας ότι «οι Πρόεδροι Αντόνιο Κόστα και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν θα βρίσκονται αύριο στο Κίεβο και σίγουρα θα το θέσουν στον Πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, καθώς αυτό δεν είναι σύμφωνο με τον όρο συνεργασίας που προβλέπεται στις Συνθήκες».
Η Ύπατη Εκπρόσωπος υπογράμμισε ότι η συμφωνία για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας μέσω του δανείου των 90 δισ. ευρώ πρέπει να εφαρμοστεί, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αξιοποίησης των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. «Είχαμε το Σχέδιο Α, που ήταν η χρήση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων», δήλωσε. «Αλλά συμφωνήθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Σχέδιο Β, που περιλαμβάνει το σχέδιο των 90 δισ. Τώρα εργαζόμαστε με τα κράτη μέλη ώστε να σεβαστούν τη συμφωνία που έγινε σε επίπεδο ηγετών. Αν όμως αυτό δεν λειτουργήσει, μπορούμε πάντα να επιστρέψουμε στη χρήση των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων, κάτι που θα μπορούσε να γίνει γρηγορότερα».
Παράλληλα, η Κάλας ανακοίνωσε ότι οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ συμφώνησαν να επιβάλουν νέες κυρώσεις σε άτομα που ευθύνονται για μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσία. Επιπλέον, γνωστοποίησε την απόφασή της να περιορίσει το μέγιστο μέγεθος της ρωσικής αποστολής στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε 40 άτομα, σημειώνοντας ότι «δεν θέλουμε εγκληματίες πολέμου και σαμποτέρ να κυκλοφορούν στους δρόμους μας».