Με την Ευρώπη να απορροφά σχεδόν τα τρία τέταρτα των αμερικανικών εξαγωγών LNG τον Δεκέμβριο του 2025, οι διατλαντικές ενεργειακές ροές ενισχύονται εντυπωσιακά, επιβεβαιώνοντας τον στρατηγικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην τροφοδοσία της Γηραιάς Ηπείρου.
Η αυξημένη ζήτηση των ευρωπαϊκών αγορών, σε συνδυασμό με τη σημαντική συμμετοχή της Τουρκίας, δεν επηρεάζει μόνο το εμπορικό ισοζύγιο φυσικού αερίου, αλλά και τη ναυλαγορά των LNG carriers, προκαλώντας άνοδο των ναύλων στον Ατλαντικό και ταυτόχρονη πίεση στην ασιατική αγορά.
Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών, η Ευρώπη τον Δεκέμβριο του 2025 διατήρησε την πρωτοκαθεδρία στις εισαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου, απορροφώντας 431,5 δισ. κυβικά πόδια (Bcf), δηλαδή περίπου 12,2 δισ. κυβικά μέτρα, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 75,8% των συνολικών εξαγωγών LNG των ΗΠΑ για τον μήνα.
Συνολικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξήγαγαν σε 28 χώρες παγκοσμίως 569,3 Bcf LNG (περίπου 16,1 δισ. κυβικά μέτρα), σημειώνοντας αύξηση 8,4% σε σχέση με τον Νοέμβριο και άνοδο 38,6% έναντι του Δεκεμβρίου 2024.
Η κυριαρχία της Ευρώπης στις εισαγωγές LNG
Οι υπόλοιπες αγορές κινήθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα. Η Ασία εισήγαγε 68,2 Bcf (1,9 δισ. κ.μ.), η Αφρική 48,5 Bcf (1,4 δισ. κ.μ.), ενώ η Λατινική Αμερική και η Καραϊβική απορρόφησαν 21,1 Bcf (0,6 δισ. κ.μ.).
Το 93,7% των φορτίων κατευθύνθηκε σε χώρες εκτός Συμφωνιών Ελεύθερου Εμπορίου (nFTA), ενώ μόλις το 6,3% σε χώρες με Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου (FTA), γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία του αμερικανικού LNG πέρα από τα παραδοσιακά εμπορικά πλαίσια.
Οι πέντε βασικοί προορισμοί συγκέντρωσαν το 52,6% των αμερικανικών φορτίων. Η Τουρκία βρέθηκε στην πρώτη θέση με 95,7 Bcf (2,7 δισ. κ.μ., 16,8%), ακολουθούμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αίγυπτο, τη Γερμανία και την Ολλανδία.
Σε επίπεδο συνολικού εμπορίου φυσικού αερίου, οι ΗΠΑ κατέγραψαν εξαγωγές 889,3 Bcf (25,2 δισ. κ.μ.) και εισαγωγές 325,1 Bcf (9,2 δισ. κ.μ.), διαμορφώνοντας καθαρές εξαγωγές 564,2 Bcf, ή περίπου 16 δισ. κ.μ.
Η ευρωπαϊκή αγορά σε πρώτο πλάνο
Στην Ευρώπη, πρώτος προορισμός αναδείχθηκε το Ηνωμένο Βασίλειο με 67,4 Bcf (1,91 δισ. κ.μ.), ακολουθούμενο από τη Γερμανία και την Ολλανδία. Αυξημένες ήταν και οι παραλαβές της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, επιβεβαιώνοντας τη στροφή της Νότιας Ευρώπης σε αμερικανικά φορτία LNG.
Η Πολωνία, το Βέλγιο, η Ελλάδα και η Κροατία ενίσχυσαν επίσης τις εισαγωγές τους, αξιοποιώντας τις νέες υποδομές LNG. Μικρότερες, αλλά στρατηγικής σημασίας ποσότητες, έλαβαν η Λιθουανία και η Πορτογαλία.
Συνολικά, οι ευρωπαϊκές εισαγωγές αμερικανικού LNG τον Δεκέμβριο του 2025 επιβεβαιώνουν τη σταθερή διατλαντική ενεργειακή σχέση, με την ήπειρο να παραμένει ο κυρίαρχος προορισμός των αμερικανικών φορτίων.
Ναύλοι LNG: Άνοδος στον Ατλαντικό, πίεση στην Ασία
Η αυξημένη κίνηση στον Ατλαντικό ενίσχυσε τους ναύλους των LNG carriers, καθώς η ευρωπαϊκή αγορά απορροφά περισσότερα φορτία. Αντίθετα, στην Ασία οι τιμές υποχώρησαν.
Σύμφωνα με τον νορβηγικό οίκο Fearnleys, τα πλοία τεχνολογίας MEGI/XDF χωρητικότητας 170.000-180.000 κ.μ. ναυλώνονται ανατολικά του Σουέζ στα 27.000 δολάρια ημερησίως, ενώ δυτικά του Σουέζ οι ναύλοι ανήλθαν στα 35.000 δολάρια, αυξημένοι κατά 13.000 δολάρια.
Τα συμβόλαια χρονικής ναύλωσης ενός έτους παραμένουν στα 39.000 δολάρια ημερησίως, ένδειξη ότι οι ναυλωτές εξασφαλίζουν χωρητικότητα ενόψει σταδιακής ομαλοποίησης της αγοράς εντός του 2026.
Οι ΗΠΑ κορυφαίος προμηθευτής LNG παγκοσμίως
Με ημερήσια δυναμικότητα υγροποίησης περίπου 18 δισ. κυβικών ποδιών φυσικού αερίου (bcfd), οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν τη θέση του κορυφαίου προμηθευτή LNG παγκοσμίως, σύμφωνα με στοιχεία LSEG και της EIA.
Η αύξηση των εξαγωγών αποδίδεται σε άφθονη εγχώρια προσφορά, υψηλά αποθέματα, ευέλικτες εξαγωγικές συμβάσεις και ανταγωνιστικό κόστος τροφοδοσίας. Η ενισχυμένη διεθνής ζήτηση, ιδίως από την Ευρώπη μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, καθώς και το ευνοϊκό επενδυτικό περιβάλλον, συμβάλλουν καθοριστικά.
Σύμφωνα με την EIA, οι αμερικανοί εξαγωγείς σχεδιάζουν αύξηση της συνολικής δυναμικότητας υγροποίησης στα 28,7 bcfd έως το 2029, από 11,4 bcfd στις αρχές του 2024, σηματοδοτώντας υπερδιπλασιασμό της παραγωγικής ικανότητας μέσα σε λίγα χρόνια.