Οι προσπάθειες για να διευκολυνθούν οι συνομιλίες μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν συνεχίζονται, σύμφωνα με δύο πακιστανικές πηγές που έχουν γνώση των διαβουλεύσεων, την ώρα που τα αμερικανικά πλήγματα στο ιρανικό έδαφος εντείνονται και απομένουν ελάχιστες ώρες μέχρι τη λήξη του τελεσίγραφου που έχει δώσει ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.
Μία από τις πηγές, υψηλόβαθμος αξιωματούχος των υπηρεσιών ασφαλείας, ανέφερε ότι τα νυχτερινά πλήγματα του Ιράν σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας, οι οποίες συνδέονται με αμερικανικές επιχειρήσεις, απειλούν να εκτροχιάσουν τις συνομιλίες.
Αν η Σαουδική Αραβία απαντήσει στα πλήγματα, οι διαπραγματεύσεις θα τερματιστούν, πρόσθεσε. Τυχόν αντίποινα θα μπορούσαν επίσης να σύρουν το Πακιστάν στη σύγκρουση, λόγω του αμυντικού συμφώνου που έχει υπογράψει με το Ριάντ.
Η δεύτερη πηγή υπογράμμισε ότι το Ιράν «βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί» και ότι οι επόμενες τρεις με τέσσερις ώρες είναι κρίσιμες για το μέλλον του διαλόγου.
«Είμαστε σε επαφή με τους Ιρανούς. Τελευταία δείχνουν ευελιξία, ότι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε συνομιλίες, όμως ταυτόχρονα θέτουν σκληρούς όρους, ως προϋπόθεση για κάποια διαπραγμάτευση», ανέφερε η πρώτη πηγή.
Το Ισλαμαμπάντ, όπως είπε, προσπαθεί να πείσει την Τεχεράνη να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις χωρίς προϋποθέσεις.
Εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν δήλωσε τη Δευτέρα ότι συνεχίζεται η ανταλλαγή μηνυμάτων μέσω μεσολαβητών. Άλλη πηγή ανέφερε στο Reuters ότι η Τεχεράνη απέρριψε πρόταση για προσωρινή κατάπαυση του πυρός.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, συνομιλίες για διαρκή ειρήνη μπορούν να ξεκινήσουν μόνο εφόσον οι ΗΠΑ και το Ισραήλ τερματίσουν τα πλήγματα, παράσχουν εγγυήσεις ότι δεν θα ξαναρχίσουν και καταβάλουν αποζημιώσεις για τις ζημιές.
Το πλήγμα στη Σαουδική Αραβία περιπλέκει τις διπλωματικές προσπάθειες του Πακιστάν. Με βάση το αμυντικό σύμφωνο των δύο χωρών, δεσμεύονται να στηρίξουν η μία την άλλη σε περίπτωση επίθεσης.
Παράλληλα, το Ισλαμαμπάντ επιχειρεί να αποφύγει την εμπλοκή σε πόλεμο, που θα μπορούσε να προκαλέσει αναταραχή στα κοινά του σύνορα με το Ιράν και δυσαρέσκεια στον μεγάλο σιιτικό πληθυσμό της χώρας, τον δεύτερο μεγαλύτερο παγκοσμίως μετά από εκείνον του Ιράν.