Δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης καταδίκασε τον τούρκο δημοσιογράφο Ζαφέρ Αράπκιρλι, σχολιαστή της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας BirGün, σε ποινή φυλάκισης δυόμισι ετών για «διασπορά παραπλανητικών πληροφοριών». Την απόφαση γνωστοποίησαν μη κυβερνητικές οργανώσεις και το ίδιο το μέσο ενημέρωσης.
Ο κ. Αράπκιρλι οδηγήθηκε σε δίκη για σχόλια που είχε αναρτήσει μέσω X σχετικά με τις συγκρούσεις στη Συρία, μετά την ανατροπή του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024. Οι δημοσιεύσεις του αναφέρονταν κυρίως στα αιματηρά επεισόδια ανάμεσα σε οπαδούς του Άσαντ και δυνάμεις προσκείμενες στις νέες συριακές αρχές, σε περιοχές με αλαουίτικο πληθυσμό.
Η Τουρκία, που είχε στηρίξει την έφοδο των ανταρτών η οποία ανέτρεψε τον πρώην πρόεδρο Άσαντ, διατηρεί από τότε στενές σχέσεις με τη νέα κυβέρνηση της Συρίας υπό τον πρόεδρο Άχμεντ Αλ Σάρα.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο δημοσιογράφος δήλωσε πως δεν σκόπευε να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι σε κατηγορίες που χαρακτήρισε ανυπόστατες, σημειώνοντας: «Εδώ, παρουσία του εισαγγελέα, θέλω να καταγγείλω ένα έγκλημα πολύ πιο σοβαρό: το ότι βυθίζεται η κοινή γνώμη σε βαθύ σκοτάδι», σύμφωνα με την Ένωση για τη Μελέτη των Μέσων Ενημέρωσης και του Δικαίου (MLSA).
Το δικαστήριο τον αθώωσε για τη δεύτερη κατηγορία, αυτήν της «υποκίνησης μίσους», όπως μετέδωσε η BirGün. Ο Ερόλ Εντέρογλου, εκπρόσωπος της ΜΚΟ Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) στην Τουρκία, κατήγγειλε την ετυμηγορία, υπογραμμίζοντας ότι στόχος είναι «να στερηθεί τον κοινωνικό του ρόλο ένας δημοσιογράφος με καριέρα 42 χρόνων».
Ο ίδιος σημείωσε ότι «η δημοσιογραφία δεν θα πάψει να είναι επικίνδυνο επάγγελμα όσο συνεχίζεται η εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης» στην Τουρκία. Σε τηλεφωνική συνέντευξή του στο Γαλλικό Πρακτορείο, ο κ. Αράπκιρλι δήλωσε πως θα ασκήσει έφεση, αν και οι ποινές έως τριών ετών σπανίως εφαρμόζονται. Ωστόσο, τόνισε ότι συνεπάγονται σημαντικό οικονομικό βάρος λόγω δικαστικών εξόδων.
Απαντώντας σε ερώτηση για τη σημασία της απόφασης, υποστήριξε πως οι τουρκικές αρχές «προσπαθούν να εμποδίσουν τη δουλειά μας, αλλά η αντίστασή μας θα συνεχιστεί ό,τι κι αν γίνει». Πρόσθεσε ότι πρόκειται για «προσπάθεια να μας δέσουν τα χέρια, να μας εκφοβίσουν» και χαρακτήρισε την υπόθεση «μορφή καταστολής».
«Πρόκειται για πρακτικές συνηθισμένες σε καταπιεστικά καθεστώτα. Αλλά θα προσπαθήσουμε να τις ξεπεράσουμε χάρη στην αλληλεγγύη», συμπλήρωσε ο δημοσιογράφος.
Παρόμοιες υποθέσεις και αντιδράσεις
Σε άλλη υπόθεση, δικαστήριο αθώωσε τη δημοσιογράφο Σούλε Άιντεν, ενώ καταδίκασε τρεις συναδέλφους της για σχόλια που είχαν γίνει σε εκπομπή του αντιπολιτευόμενου τηλεοπτικού σταθμού Halk TV το 2024 σχετικά με τις εμπορικές σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ. Ο Τιμούρ Σοϊκάν καταδικάστηκε σε 10 μήνες φυλάκισης για «παραβίαση εμπιστευτικότητας», ενώ οι Μουράτ Αϊρέλ και Μπαρίς Πεχλιβάν σε έναν χρόνο και τρεις μήνες για «διασπορά παραπλανητικών πληροφοριών», σύμφωνα με την MLSA.
Το 2022, η κυβέρνηση του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε θεσπίσει νόμο που προβλέπει ποινές έως τριών ετών φυλάκισης για τη διασπορά «παραπλανητικών» πληροφοριών. Ο λεγόμενος νόμος περί «παραπληροφόρησης» έχει επικριθεί έντονα ως εργαλείο «λογοκρισίας», καθώς επεκτείνει τις διατάξεις για τα ΜΜΕ ώστε να καλύπτουν και τις διαδικτυακές αναρτήσεις.
Τα Ηνωμένα Έθνη είχαν καλέσει τότε την Άγκυρα να διασφαλίσει τον πλήρη σεβασμό της ελευθερίας της έκφρασης, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο καταχρήσεων. Η RSF, που καταγγέλλει την «καταστολή του δικαιώματος στην ενημέρωση», κατατάσσει την Τουρκία στην 159η θέση μεταξύ 180 χωρών ως προς την ελευθερία του Τύπου, ανάμεσα στο Πακιστάν και τη Βενεζουέλα.