Νέα δεδομένα μπαίνουν στη διαδικασία χορήγησης δανείων προς επιχειρήσεις, καθώς πλέον οι τράπεζες οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους ESG παράγοντες, και ιδίως τους περιβαλλοντικούς, στην εκτίμηση του πιστωτικού κινδύνου του εκάστοτε δανειολήπτη.
Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΒΑ) όρισε νέες κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση των ESG κινδύνων, οι οποίες, σύμφωνα με τα όσα αναφέρουν στο BD στελέχη του τραπεζικού τομέα, επηρεάζουν με «έμμεσο αλλά ουσιαστικό τρόπο» τα νέα δάνεια, καθώς οι ESG παράγοντες παίζουν κομβικό ρόλο στην εκτίμηση του πιστωτικού κινδύνου και στην αξιολόγηση και αποτίμηση των εξασφαλίσεων (π.χ. ενεργειακή απόδοση, έκθεση ακινήτου σε φυσικούς κινδύνους).
Σε πρακτικό επίπεδο, η ενσωμάτωση των ESG παραγόντων στην αξιολόγηση κινδύνου μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος χρήματος ή σε πιο απαιτητικούς όρους χρηματοδότησης για επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν επαρκή στοιχεία, διαδικασίες και τεκμηρίωση ESG.
Η επίπτωση αυτή είναι πιθανό να είναι εντονότερη στην Ελλάδα, όπου ο επιχειρηματικός ιστός είναι σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένος και κυριαρχούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά δεν έχουν την απαιτούμενη υποδομή για να ανταποκριθούν εύκολα στις νέες απαιτήσεις.
Ουσιαστικά, οι νέες γραμμές μετατρέπουν το ESG σε παράγοντα πιστωτικού και επιχειρηματικού κινδύνου, το οποίο για τις ελληνικές τράπεζες σημαίνει αλλαγές σε διαδικασίες και δεδομένα, καθώς και πιο συστηματική ενσωμάτωση περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραμέτρων στις αποφάσεις χρηματοδότησης και στη διαχείριση χαρτοφυλακίου.
Τα νέα δεδομένα καθιστούν απαραίτητο για τις επιχειρήσεις να επανεξετάσουν το ESG προφίλ τους και να προβούν στις απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις, προκειμένου να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους στη χρηματοδότηση και άρα στη λειτουργία τους.
Αν και οι μεγάλες επιχειρήσεις ήταν ήδη υποχρεωμένες να δημοσιεύουν σχετικές εκθέσεις, το ESG ήταν κάτι που μέχρι πρόσφατα δεν είχε απασχολήσει ιδιαιτέρως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες ενδέχεται να δυσκολευτούν στην εφαρμογή των νέων γραμμών, καθώς έχουν περιορισμένα μέσα για τη βελτίωση των ESG συνθηκών τους.
Εξάλλου οι ΜΜΕ, οι οποίες άλλωστε αποτελούν και τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, ήδη δηλώνουν πως δυσκολεύονται να βρουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση, επομένως η «απειλή» αυξημένων επιτοκίων ή δυσμενέστερων όρων χρηματοδότησης ενδέχεται να προκαλέσει νέους προβληματισμούς.
Πάντως, οι πηγές του BD ξεκαθαρίζουν πως οι νέες γραμμές δεν λειτουργούν τιμωρητικά για τις επιχειρήσεις με αδύναμο ESG προφίλ, ούτε επιβάλλουν αυτόματα δυσμενέστερους όρους ή αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση.
«Η προσέγγιση των τραπεζών είναι προληπτική, όχι τιμωρητική: Στόχος είναι η κατανόηση και η μείωση του κινδύνου, όχι ο αποκλεισμός βιώσιμων επιχειρήσεων από τη χρηματοδότηση. Ωστόσο, στο μέτρο που περιβαλλοντικοί ή κοινωνικοί παράγοντες επηρεάζουν ουσιαστικά το επιχειρηματικό μοντέλο, την ανθεκτικότητα ή τις μελλοντικές ταμειακές ροές μιας εταιρείας, οι τράπεζες αναμένεται να τους λαμβάνουν υπόψη στη συνολική εκτίμηση κινδύνου» εξηγούν.
Στο πλαίσιο αυτό οι τράπεζες ενθαρρύνονται να ζητούν δεσμεύσεις, πλάνα βελτίωσης ή πρόσθετη πληροφόρηση από τους πελάτες τους σχετικά με το ESG προφίλ τους. Παρόλα αυτά, η ΕΒΑ δεν επιβάλλει συγκεκριμένες διαφοροποιήσεις σε επιτόκια ή όρους, όμως οι νέες κατευθυντήριες γραμμές ενισχύουν την ανάγκη για συστηματική ανάλυση από τις τράπεζες των ESG παραγόντων στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής διαχείρισης κινδύνων.
Τι σημαίνουν στην πράξη οι νέοι ESG κανόνες
Οι νέες Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για τη διαχείριση των ESG κινδύνων καθορίζουν το πλαίσιο βάσει του οποίου οι τράπεζες ενσωματώνουν πλέον τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και κινδύνους διακυβέρνησης στον πυρήνα της διαχείρισης των κινδύνων τους.
Τέθηκαν σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2026, ενώ τον Ιανουάριο του 2027 θα εφαρμοστούν και για τις μικρές μη σύνθετες τράπεζες, ενώ απευθύνονται και στους επόπτες τους. Δεν περιορίζονται στα stress tests των τραπεζών, αλλά καλύπτουν ολόκληρο πλαίσιο διακυβέρνησης, πολιτικές, προϊόντα, τιμολόγηση και παρακολούθηση πελατών.
Ως αποτέλεσμα, το ESG μετατρέπεται σε παράγοντα πιστωτικού και επιχειρηματικού κινδύνου και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε όλο το φάσμα λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Στην πράξη, οι ελληνικές τράπεζες υποχρεούνται να εντοπίζουν συστηματικά ποιοι ESG παράγοντες είναι ουσιώδεις για το χαρτοφυλάκιό τους, να τους ενσωματώνουν στο Πλαίσιο Διαχείρισης Κινδύνων, στις πολιτικές πιστοδοτήσεων καθώς και στα Συστήματα Εσωτερικού Ελέγχου.
Ακόμη, καλούνται να αναπτύσσουν δεδομένα, μεθοδολογίες και δείκτες (KRIs) για φυσικούς κινδύνους, όπως πλημμύρες και πυρκαγιές, κινδύνους μετάβασης, όπως είναι οι κανονιστικές αλλαγές, η τεχνολογία και η ενεργειακή εξάρτηση, αλλά και για κοινωνικούς κινδύνους και κινδύνους διακυβέρνησης με στόχο τη διάθεση ανάληψης, τη διαχείριση και τον μετριασμό αυτών των κινδύνων τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμα, τουλάχιστον για 10 έτη.
Τέλος, οι τράπεζες οφείλουν να καταρτίζουν σχέδια (CRD based plans) με στόχους και ορόσημα για την αντιμετώπιση των κινδύνων που προκύπτουν από τη μετάβαση και τη διαδικασία προσαρμογής της οικονομίας προς τους ευρύτερους νομοθετικούς και κανονιστικούς στόχους οι οποίοι τίθενται για το ESG.