Νέες ευκαιρίες ανοίγονται στον χώρο της Άμυνας και της Ασφάλειας μέσω της «ένεσης» ρευστότητας ύψους 100 εκατ. ευρώ από την Τράπεζα Πειραιώς και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, δίνοντας την ευκαιρία σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου να δανειστούν χρήματα με ευνοϊκούς όρους.
Η σχετική σύμβαση, που υπεγράφη από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της τράπεζας, Χρήστο Μεγάλου, και τον αντιπρόεδρο της ΕΤΕπ, Γιάννη Τσακίρη, αφορά στην πρώτη χρηματοδότηση της ΕΤΕπ στην Ελλάδα αποκλειστικά για τον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, μέσω της Πειραιώς, προκειμένου μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου να έχουν άμεση πρόσβαση σε επενδυτικό δανεισμό και κεφάλαια κίνησης.
Συμπεριλαμβανομένης της προβλεπόμενης μόχλευσης, το δάνειο αναμένεται να κινητοποιήσει χρηματοδότηση ύψους έως 200 εκατ. ευρώ προς όφελος των τελικών δικαιούχων.
Η συμφωνία υπόκειται στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία Readiness 2030 Europe και είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι στηρίζει ουσιαστικά τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς η Τράπεζα Πειραιώς είναι υποχρεωμένη να κατευθύνει το 70% των πόρων του προγράμματος σε αυτές.
Επιπλέον, οι ευνοϊκοί όροι χρηματοδότησης της Πειραιώς από την ΕΤΕπ πρέπει να μετακυλιστούν και στις επιχειρήσεις, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα του προγράμματος έναντι του παραδοσιακού δανεισμού.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο προϋπολογισμός του Readiness 2030 Europe αυξήθηκε πρόσφατα στα 3 δισ. ευρώ, από περίπου 1 δισ. που ήταν προηγουμένως, ενώ η Πειραιώς είναι η πρώτη εγχώρια τράπεζα που συμμετέχει στο πρόγραμμα και η τρίτη πανευρωπαϊκά, μετά τη Γαλλία και τη Γερμανία.
O κ. Μεγάλου ανέφερε σχετικά πως «η συνεργασία της Πειραιώς με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ενισχύει τη διαμόρφωση ενός εξειδικευμένου χρηματοδοτικού πλαισίου για τον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, σε έναν κλάδο που αποκτά αυξανόμενη στρατηγική σημασία για την ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομία.
Μέσα από αυτή τη συμφωνία, διευρύνεται ουσιαστικά η πρόσβαση μικρομεσαίων και μεσαίας κεφαλαιοποίησης επιχειρήσεων σε στοχευμένη χρηματοδότηση, υποστηρίζονται επενδύσεις σε τεχνολογίες διπλής χρήσης, καινοτομία και παραγωγική αναβάθμιση και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός ισχυρού, ανταγωνιστικού και ανθεκτικού οικοσυστήματος στην Ελλάδα και την Ευρώπη».
Πού θα κατευθυνθούν τα χρήματα
Τα χρήματα θα κατευθυνθούν προς παραγωγικές επενδύσεις για την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάθεση τεχνολογιών, προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, συμπεριλαμβανομένης της διττής χρήσης, όπως ανέφερε η Ειρήνη Μποτονάκη, Global Relationship Manager, Banking Sector Greece & Cyprus Financial Institutions Department της ΕΤΕπ.
Επιλέξιμες είναι οι επιχειρήσεις που έχουν έως 3.000 άτομα προσωπικό, που αποτελούν τον πυρήνα της απασχόλησης και της βιομηχανικής δράσης της χώρας.
Σε αυτές τις κατηγορίες συμπεριλαμβάνονται οι ιδιωτικές επενδύσεις σε υποδομές και ενέργεια που συνδέονται με την άμυνα, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο θα παίξει και το cyber security, όπως ανέφερε ο κ. Μεγάλου.
Όπως προαναφέρθηκε, οι εταιρείες που θα καταστούν δικαιούχοι χαίρουν χρηματοδοτικού πλεονεκτήματος, καθώς οι όροι δανεισμού είναι πιο ευνοϊκοί συγκριτικά με τα συνηθισμένα επιχειρηματικά δάνεια.
Συγκεκριμένα, η Τράπεζα Πειραιώς θα παρέχει χαμηλότερο κόστος δανεισμού στις επιχειρήσεις που θα λάβουν χρηματοδότηση στο πλαίσιο της συμφωνίας, ενώ η διάρκεια αποπληρωμής είναι μεγαλύτερη από τα απλά δάνεια και φτάνει έως τα 12 έτη.
Σημειώνεται πως δεν υπάρχει ελάχιστο ποσό δανεισμού, ενώ το μέγιστο δάνειο που μπορεί να λάβει μια μικρομεσαία επιχείρηση είναι 25 εκατ. ευρώ, τα μισά από τα οποία θα προέρχονται από την ΕΤΕπ και τα άλλα μισά από την Πειραιώς, η οποία κιόλας θα αναλάβει το πλήρες φάσμα της χρηματοδότησης, από την αξιολόγηση των εταιρειών μέχρι την υλοποίηση της χρηματοδότησης.
Όπως ανέφεραν τα στελέχη της ΕΤΕπ, το πρόγραμμα θα λειτουργήσει με τη λογική «first come first serve» και αν εξαντληθούν οι διαθέσιμοι πόροι θα προστεθούν νέοι.
Στοχευμένη χρηματοδότηση για έναν στρατηγικό τομέα
Η ασφάλεια και η άμυνα αποτελεί διαχρονικά έναν υποχρηματοδοτούμενο κλάδο, ενώ η στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων είναι περιορισμένη, παρά τον σημαντικό ρόλο τους για την ελληνική οικονομία, σχολίασε ο κ. Τσακίρης.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, η συμφωνία βελτιώνει τη βιωσιμότητα τέτοιων επιχειρήσεων, παρέχοντας χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού και μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής, στηρίζοντας έτσι παραγωγικές επενδύσεις.
Όπως σημείωσε ο Δημήτρης Βερελής, Head of Development, Sustainable Banking & Bank Relations της Τράπεζας Πειραιώς, «επιλέγουμε να επενδύσουμε στην άμυνα και την ασφάλεια αφενός διότι είναι Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία και αφετέρου επειδή θέλουμε να ενισχύσουμε τη συμμετοχή μας σε αυτήν τη δυναμική αγορά».
Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχουν εκατοντάδες επιχειρήσεις στον αμυντικό τομέα και ακόμη περισσότερες που συμμετέχουν στην εφοδιαστική αλυσίδα, χωρίς όμως να έχουν ιδιαίτερη ορατότητα, ενώ πρόσθεσε πως ο κλάδος της ασφάλειας συμβάλλει και στην οικονομία της χώρας, καθώς προσφέρει εξειδικευμένες θέσεις εργασίας με καλή αμοιβή.
Σε συζητήσεις και με άλλες τράπεζες
Όπως αναφέρθηκε στο περιθώριο της τελετής υπογραφής, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων βρίσκεται σε συζητήσεις και με άλλες ελληνικές τράπεζες, τόσο συστημικές όσο και μη.
Στελέχη της ΕΤΕπ αναμένουν πως εντός του 2026 θα έχουμε νέες ανακοινώσεις, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με όλες τις μεγάλες τράπεζες της χώρας.
Υπογραμμίζοντας πως η άμυνα και η ασφάλεια είναι ευρωπαϊκή προτεραιότητα, η ΕΤΕπ σχεδόν «υποσχέθηκε» πως σύντομα θα προχωρήσει σε νέο αντίστοιχο πρόγραμμα, ή σε αύξηση της χρηματοδότησης στο ήδη υπάρχον, ειδικά αν εξαντληθούν οι πόροι που είναι για την ώρα διαθέσιμοι.
«Ενδιαφέρον να υπάρχει για την άμυνα και τα χρήματα θα βρεθούν» δήλωσε χαρακτηριστικά στέλεχος της ΕΤΕπ.
Η φιλοδοξία του Μεγάλου για ένα νέο Ταμείο Ανάκαμψης
Όπως ανέφερε ο CEO της Τράπεζας Πειραιώς κατά την τελετή υπογραφής, «αν είχαμε μια φιλοδοξία θα ήταν σε 1-2 χρόνια να μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα καινούριο recovery and resilience fund που θα εστιάζει στην άμυνα και στην ασφάλεια, πάνω στο οποίο θα δημιουργηθεί ένα νέο RRF».
Σύμφωνα με τον ίδιο, θα συνδυάζει την ιδιωτική πρωτοβουλία και οικονομία, το χαμηλό κόστος χρηματοδότησης που μπορεί να προσφέρει η ΕΕ και την ίδια συμμετοχή των sponsors, ευθυγραμμίζοντας τις τρεις δυνάμεις που οδηγούν στην υλοποίηση μιας επένδυσης στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας.