Στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων εννέα ετών διαμορφώθηκε τον Φεβρουάριο 2026 το μέσο επιτόκιο στεγαστικών δανείων σταθερής διάρκειας έως πέντε χρόνια στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Το επιτόκιο υποχώρησε στο 2,95% από 3,13% τον Ιανουάριο, σπάζοντας το φράγμα του 3% για πρώτη φορά από τις αρχές του 2017, όταν τα επιτόκια δανεισμού από την ΕΚΤ ήταν μηδενικά (σήμερα 2,15%).
Η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στην πέμπτη θέση μεταξύ των φθηνότερων χωρών της ευρωζώνης για αυτή την κατηγορία δανείων, η οποία παραμένει από τις πιο δημοφιλείς επιλογές των δανειοληπτών στεγαστικής πίστης την τρέχουσα περίοδο.
Τα στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν ότι το μέσο επιτόκιο στεγαστικών δανείων σταθερού επιτοκίου έως πέντε χρόνια στην ευρωζώνη ανήλθε στο 3,37%. Στην πεντάδα των φθηνότερων χωρών περιλαμβάνονται η Μάλτα (1,71%), η Πορτογαλία (2,72%), η Βουλγαρία (2,90%), η Κροατία (2,92%) και η Ελλάδα (2,95%).
Αντίθετα, στις ακριβότερες χώρες συγκαταλέγονται η Λετονία (8,41%), η Εσθονία (6,34%), η Λιθουανία (5,94%), η Ολλανδία (3,73%) και το Βέλγιο (3,73%). Στις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης, το μέσο σταθερό επιτόκιο στεγαστικών δανείων έως πέντε χρόνια διαμορφώθηκε τον Φεβρουάριο 2026 στο 3,63% στη Γερμανία, στο 3,53% στην Ιταλία και στο 3,31% στη Γαλλία.
Ανάκαμψη στη στεγαστική πίστη
Η στεγαστική πίστη στην Ελλάδα, μετά από αρκετά χρόνια αρνητικών καθαρών ροών, επέστρεψε σε θετικό πρόσημο από τον Οκτώβριο του 2025. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η δωδεκάμηνη μεταβολή των στεγαστικών δανείων τον Φεβρουάριο 2026 ανήλθε στο +1,1%.
Παράλληλα, εκτιμήσεις τραπεζών δείχνουν ότι το μέσο ύψος στεγαστικού δανείου στην Ελλάδα υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το υψηλό ποσοστό έγκρισης αιτήσεων, που τους τελευταίους μήνες κυμαίνεται μεταξύ 85% και 90%.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη βελτίωση της ποιότητας των αιτημάτων και μια πιο ώριμη, συνειδητοποιημένη στάση των δανειοληπτών απέναντι στη στεγαστική πίστη, ενισχύοντας περαιτέρω τη σταθερότητα της αγοράς.