Η λειτουργία της Τράπεζας Ζωικού Γενετικού Υλικού στην Ελλάδα θα μπορούσε να ξεκινήσει άμεσα, χωρίς να απαιτούνται δεκαετίες ή νέες υποδομές, όπως επισημάνθηκε σε τεχνική συνάντηση που διοργάνωσε το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΓΕΩΤ.Ε.Ε.) σε συνεργασία με την Ένωση Ερευνητών ΕΘΙΑΓΕ στη Θέρμη Θεσσαλονίκης.
Η Τράπεζα αποτελεί ένα προληπτικό εργαλείο για την προστασία των απειλούμενων φυλών και τη διασφάλιση της ελληνικής κτηνοτροφίας, ενισχύοντας την παραγωγή, την έρευνα και τη βιωσιμότητα του ζωικού κεφαλαίου.
Σύμφωνα με τη Δρ. Χριστίνα Λίγδα, διευθύντρια Ερευνών του Ινστιτούτου Κτηνιατρικών Ερευνών του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, η δημιουργία της Τράπεζας είναι κρίσιμη για τη διατήρηση και αξιοποίηση των ζωικών γενετικών πόρων.
Η Τράπεζα δεν πρέπει να περιοριστεί σε αποθήκη γενετικού υλικού, αλλά να λειτουργεί ως ζωντανό επιστημονικό εργαλείο, υποστηρίζοντας προγράμματα γενετικής βελτίωσης και έρευνα.
Μέσω της συλλογής και ανάλυσης DNA, σπέρματος και άλλων βιολογικών δειγμάτων, θα μπορεί να παρακολουθείται η επίδραση της κλιματικής αλλαγής και των περιβαλλοντικών μεταβολών στο ζωικό κεφάλαιο.
Ωστόσο, η υλοποίηση της Τράπεζας συναντά εμπόδια, όπως η χαμηλή πολιτική προτεραιότητα, η έλλειψη συντονισμού και η ανεπαρκής αξιοποίηση χρηματοδοτικών πόρων, ενώ η χώρα δεν διαθέτει πλήρεις συλλογές γενετικού υλικού για όλες τις φυλές υπό κρυοσυντήρηση.
Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί σαφές θεσμικό πλαίσιο, συντονισμένο σχεδιασμό και ενεργή συμμετοχή των κτηνοτρόφων. Οι υπάρχουσες υποδομές, τα ερευνητικά ινστιτούτα και τα εργαστήρια ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο.
Επίσης, η εμπειρία της Ελλάδας σε ευρωπαϊκά δίκτυα και η συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αναφοράς για τις απειλούμενες φυλές θέτουν τις βάσεις για την υιοθέτηση διεθνών προτύπων.
Ευρωπαϊκή εμπειρία και καλές πρακτικές
Ο Δημήτρης Τσιώκος, ερευνητής του Ινστιτούτου Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, παρουσίασε παραδείγματα οργάνωσης τραπεζών ζωικού γενετικού υλικού σε ευρωπαϊκές χώρες. Τόνισε τη σημασία της συμμετοχής της Ελλάδας σε δράσεις για την ανάπτυξη πρακτικών οδηγιών και συστάσεων προς τα κράτη-μέλη.
Οι ευρωπαϊκές οδηγίες καλύπτουν πολιτικές, κανονισμούς, χρηματοδότηση, οργάνωση του κτηνοτροφικού τομέα, καθώς και τεχνικά θέματα όπως υποδομές και διαδικασίες λειτουργίας. Χώρες με εθνικό σχέδιο διαθέτουν πιο ολοκληρωμένες συλλογές, ενώ η εμπλοκή του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων είναι καθοριστική για τον συντονισμό.
Παραδείγματα όπως της Γαλλίας, όπου λειτουργεί τράπεζα από το 1990, της Ολλανδίας και της Πορτογαλίας, αναδεικνύουν τη σημασία της κρατικής στήριξης και της δημόσιας χρηματοδότησης για τη διατήρηση των ζωικών γενετικών πόρων.
Αυτή η εμπειρία προσφέρει πολύτιμα διδάγματα για την Ελλάδα, που χρειάζεται άμεσα θεσμικό πλαίσιο και χρηματοδότηση για μια σύγχρονη Τράπεζα Ζωικού Γενετικού Υλικού.
Νομοθετικό πλαίσιο και διεθνείς υποχρεώσεις
Η Δρ. Κατερίνα Σαράτση, από το Ινστιτούτο Κτηνιατρικών Ερευνών του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, υπογράμμισε ότι η δημιουργία Τράπεζας αποτελεί και διεθνή υποχρέωση της Ελλάδας, καθώς η χώρα έχει κυρώσει τη Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα.
Το νομοθετικό πλαίσιο σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο καλύπτει τη διατήρηση, συλλογή, αποθήκευση και διακίνηση των ζωικών γενετικών πόρων.
Οι Τράπεζες αποτελούν βασικό εργαλείο στα προγράμματα διατήρησης και βελτίωσης των αυτόχθονων φυλών, ενώ ευρωπαϊκοί κανονισμοί προβλέπουν κρατική ενίσχυση για σχετικές δραστηριότητες.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική και οι συστάσεις του FAO προσφέρουν επιπλέον εργαλεία για την ανάπτυξη εθνικών κανονισμών και διασφαλίζουν την προστασία της υγείας των ζώων.
Η Τράπεζα ως επιστημονικό εργαλείο
Ο πρόεδρος του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, Σπύρος Μάμαλης, τόνισε ότι η Τράπεζα πρέπει να λειτουργεί ως «ζωντανό εργαστήριο» και όχι ως απλή αποθήκη. Η συλλογή και ανάλυση γενετικού υλικού συμβάλλει στην παρακολούθηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και των περιβαλλοντικών μεταβολών.
Υπογράμμισε επίσης την ανάγκη αλλαγής της κοινωνικής αντίληψης για την κτηνοτροφία, καθώς τα παραγωγικά ζώα λαμβάνουν λιγότερη προσοχή σε σχέση με τα ζώα συντροφιάς, παρά τη στρατηγική τους σημασία για την οικονομία.
Για την υλοποίηση του εγχειρήματος απαιτείται πολιτική βούληση, σαφές θεσμικό πλαίσιο και ολοκληρωμένος σχεδιασμός με συγκεκριμένο «οδικό χάρτη» και χρηματοδοτικά εργαλεία.
Κρίσιμη σημασία για τη βιωσιμότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας
Ο πρόεδρος του ΓΕΩΤ.Ε.Ε., Μενέλαος Γαρδικιώτης, επισήμανε ότι η Τράπεζα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα του κλάδου. Η διασφάλιση του ζωικού γενετικού υλικού είναι καθοριστική για το μέλλον της φέτας και της ελληνικής κτηνοτροφίας, καθώς το προϊόν ΠΟΠ παράγεται από ελληνικές φυλές.
Η διευθύντρια Ερευνών στον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, Δρ. Γεωργία Ουζουνίδου, τόνισε ότι η διατήρηση της γενετικής ποικιλομορφίας ενισχύει την επισιτιστική ασφάλεια και την ανθεκτικότητα της γεωργίας. Η θεσμοθέτηση της Τράπεζας και η διασφάλιση πόρων είναι επείγουσα, ειδικά μετά από πρόσφατες κρίσεις, όπως πλημμύρες και επιδημίες.
Άμεση έναρξη λειτουργίας – Προληπτικό εργαλείο για την κτηνοτροφία
Οι συμμετέχοντες στη συνάντηση υπογράμμισαν ότι η Τράπεζα μπορεί να ξεκινήσει άμεσα, καθώς υπάρχουν ήδη οι απαραίτητες υποδομές και υπηρεσίες. Η λειτουργία της εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την πολιτική βούληση και όχι από την ύπαρξη νέου εξοπλισμού.
Η Δρ. Χριστίνα Λίγδα σημείωσε ότι, αν και η Ελλάδα δεν θα φτάσει αμέσως το επίπεδο χωρών όπως η Γαλλία, η αρχή μπορεί να γίνει αξιοποιώντας τα υπάρχοντα κέντρα γενετικής βελτίωσης και εργαστήρια.
Η Τράπεζα αποτελεί κυρίως προληπτικό εργαλείο, διατηρώντας γενετικό υλικό από απειλούμενες φυλές ώστε να παρέχεται άμεση υποστήριξη στους κτηνοτρόφους σε περιπτώσεις κρίσεων.
Τονίστηκε ότι η Τράπεζα δεν είναι πανάκεια για όλα τα προβλήματα του κλάδου, αλλά συμπληρώνει τις υφιστάμενες δομές και μπορεί να στηρίξει την ανάπτυξη, την παραγωγή και την έρευνα στον τομέα της ζωικής γενετικής.
Η ύπαρξη έτοιμων πυρήνων γενετικού υλικού είναι καθοριστική για την προστασία τοπικών φυλών και την ανθεκτικότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας.