Στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο συνεχίστηκε η δίκη για την επίθεση που δέχθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2020 ο τότε πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ-πρώην ΑΣΟΕΕ) και νυν γενικός γραμματέας Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Δημήτρης Μπουραντώνης. Ο ίδιος κατέθεσε ότι «το βασικό κίνητρο των δραστών ήταν να πλήξουν το κύρος του δημοσίου πανεπιστημίου».
Απαντώντας σε ερωτήσεις της υπεράσπισης, ο μάρτυρας επανέλαβε πως δεν αναγνωρίζει στα πρόσωπα των δύο κατηγορουμένων κάποιον από τους δράστες, καθώς οι επιτιθέμενοι είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά τους. Όπως τόνισε, το περιστατικό «συντάραξε όχι μόνο την ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα αλλά και καθηγητές στο εξωτερικό».
Ο καθηγητής του ΟΠΑ και τότε αντιπρύτανης, Κωνσταντίνος Δράκος, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας, περιέγραψε το γεγονός ως «καταδρομική επίθεση στα όρια της τρομοκρατίας». Όπως ανέφερε, «άνοιξε βίαια η πόρτα και μπήκαν 10-12 άτομα, φώναζαν, έσπαγαν, πέταγαν πράγματα, πρέπει να είχαν σφυριά… Δεν ασχολήθηκαν μαζί μου. 3-4 άτομα πήγαν κατευθείαν στον πρύτανη».
Αναφερόμενος στην αυτοσχέδια ταμπέλα που οι δράστες είχαν περάσει στον λαιμό του πρύτανη, ο κ. Δράκος κατέθεσε πως ο κ. Μπουραντώνης «έκανε αμέσως μία κίνηση και την τράβηξε». Όπως σημείωσε, «κράτησε 15 δευτερόλεπτα. Έγινε όμως το κλικ…», αναφερόμενος στη φωτογραφία που αναρτήθηκε αργότερα με στόχο τη διαπόμπευση.
Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, ο μάρτυρας κλήθηκε να διευκρινίσει περιγραφή που είχε δώσει για γυναίκα, μέλος της ομάδας των δραστών. Απαντώντας στην πρόεδρο του δικαστηρίου, είπε: «Ήταν όλοι με φουλ φέις. Κανέναν δεν αναγνωρίζω… Θα ήταν ανεύθυνο να πω κάτι άλλο».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι μία από τις γυναίκες της ομάδας «ήταν ψηλή», ωστόσο διευκρίνισε: «Να την αναγνωρίσω, σίγουρα όχι. Θα μπορούσε να είναι ή και όχι».
Ο κ. Δράκος επεσήμανε ότι μετά την επίθεση άλλαξαν πολλά στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπογραμμίζοντας ωστόσο πως «η είσοδος στο πανεπιστήμιο δεν απαγορεύεται σε κανέναν».
Ο υπάλληλος φύλαξης που βρισκόταν στην είσοδο της οδού Δεριγνύ κατέθεσε ότι είχε δει να μπαίνουν κάποια άτομα με μάσκες covid. Όπως είπε, «αν έβλεπα ότι ήταν με κουκούλες έπρεπε να ενημερώσω… Δεν μπορώ να ξέρω αν τα συγκεκριμένα άτομα συμμετείχαν στο επεισόδιο σε βάρος του πρύτανη…».
Αντίστοιχα, ο σεκιούριτι στην πύλη της πτέρυγας Αντωνιάδου ανέφερε ότι εκείνο το πρωί δεν είδε στο πανεπιστήμιο τους κατηγορούμενους. «Εγώ δεν αναγνώρισα κανέναν. Είδα από πίσω δύο άτομα να φορούν κουκούλες, δεν ξέρω αν φορούσαν μάσκες», κατέθεσε.
Η υπεράσπιση των κατηγορουμένων, οι οποίοι αρνούνται τις κατηγορίες, επικαλέστηκε την έκθεση άρσης απορρήτου των επικοινωνιών τους. Όπως υποστήριξε, προκύπτει ότι την επόμενη ημέρα της επίθεσης οι δύο φοιτητές πήγαν κανονικά στο πανεπιστήμιο, κάτι που κατά τους συνηγόρους δείχνει πως δεν είχαν λόγο να φοβούνται ή να κρυφτούν.
Η συνήγορος της κατηγορούμενης φοιτήτριας ανέφερε ότι, σύμφωνα με την ανάλυση των στιγμάτων κινητού τηλεφώνου, η εντολέας της την ώρα της επίθεσης βρισκόταν σε καφέ στα Εξάρχεια.
Η διαδικασία θα συνεχιστεί στις 12 Μαΐου.