Μεταβολές παρατηρούνται στον χάρτη των δενδρωδών καλλιεργειών στην Ελλάδα, καθώς η ακτινιδιά καταγράφει σημαντική άνοδο, ενώ οι ροδακινιές –κυρίως οι συμπύρηνες– απομακρύνονται σταδιακά, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα και άλλες περιοχές της χώρας.
Το αυξανόμενο κόστος παραγωγής και οι χαμηλές τιμές παραγωγού οδηγούν τους αγρότες σε αλλαγή στρατηγικής, καθιστώντας το ακτινίδιο ελκυστικό προϊόν με προοπτικές, ενώ το συμπύρηνο ροδάκινο καταγράφει διαρκώς μεγαλύτερες απώλειες.
Η στροφή προς την καλλιέργεια ακτινιδιάς προσφέρει στους παραγωγούς προοπτικές βιωσιμότητας και σταθερού εισοδήματος.
Ωστόσο, όπως επισημαίνεται από τον Χρήστο Γιαννακάκη, αντιπρόεδρο της Εθνικής Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΘΕΑΣ) και πρόεδρο της Κοινοπραξίας Συνεταιρισμών Ομάδων Παραγωγών Νομού Ημαθίας, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό, ποικιλιακή διαφοροποίηση και επενδύσεις σε υποδομές, η τρέχουσα δυναμική ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερπροσφορά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2023 και τις δηλώσεις ΟΣΔΕ, η καλλιέργεια ροδάκινου καλύπτει περίπου 360.000 στρέμματα πανελλαδικά, ενώ τα νεκταρίνια φτάνουν τα 100.000 στρέμματα.
Οι βασικές ζώνες παραγωγής εντοπίζονται στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία και στη Θεσσαλία. Οι εκριζώσεις ροδακινιάς αποδίδονται στις χαμηλές τιμές παραγωγού (0,30-0,32 ευρώ/κιλό) και στο διαρκώς αυξανόμενο κόστος καλλιέργειας.
Αντίθετα, το ακτινίδιο προσφέρει τιμές κοντά στο 1 ευρώ το κιλό και απαιτεί χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Η ακτινιδιά χρειάζεται λιγότερους ψεκασμούς και η συγκομιδή ολοκληρώνεται με μία μόνο επέμβαση, ενώ το αραίωμα δεν είναι πάντα απαραίτητο.
Η καλλιέργεια ακτινιδιάς καλύπτει περίπου 160.000 στρέμματα, με τη ζήτηση να αυξάνεται σε περιοχές όπως η Κεντρική Μακεδονία, η Άρτα, η Ξάνθη, η Καβάλα και η Αιτωλοακαρνανία.
Η μέση ετήσια παραγωγή ακτινιδίων ανέρχεται σε περίπου 300.000 τόνους, με δυνατότητα να φτάσει τους 400.000 τόνους, εφόσον δεν υπάρξουν σοβαρές ζημιές από ακραία καιρικά φαινόμενα. Η μέση απόδοση ανά στρέμμα ξεπερνά τους 2,5 τόνους, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του προϊόντος.
Προκλήσεις και ανάγκη για διαφοροποίηση
Παρά τη θετική πορεία, εντοπίζονται σημαντικές προκλήσεις. Το 95% της ελληνικής παραγωγής αφορά την πράσινη ποικιλία Hayward, ενώ μόλις το 5% αφορά κιτρινόσαρκες ποικιλίες. Ωστόσο, οι διεθνείς τάσεις δείχνουν αυξανόμενη προτίμηση στα κιτρινόσαρκα ακτινίδια, όπως συμβαίνει ήδη στη Νέα Ζηλανδία και την Ιταλία.
Επιπλέον, η έλλειψη επαρκών ψυκτικών αποθηκευτικών χώρων αποτελεί σημαντικό ζήτημα. Η συνολική δυναμικότητα δεν ξεπερνά τους 250.000 τόνους, ενώ η συγκομιδή πραγματοποιείται μαζικά σε σύντομο χρονικό διάστημα (15 Οκτωβρίου έως μέσα Νοεμβρίου). Αυτό ενδέχεται να πιέσει τις τιμές, αν δεν γίνουν άμεσα επενδύσεις σε υποδομές.
Εξαγωγές και νέες αγορές
Το ακτινίδιο αποτελεί εξαγώγιμο προϊόν και η διείσδυση σε νέες αγορές απαιτεί υπογραφή φυτοϋγειονομικών πρωτοκόλλων, διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει έως πέντε χρόνια.
Σε συνεργασία με τους συνεταιρισμούς και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, προχωρούν οι διαδικασίες για εξαγωγές προς το Βιετνάμ, ενώ ακολουθούν το Μεξικό και η Ιαπωνία.
Η αγορά της Βραζιλίας άνοιξε για την περίοδο 2024-2025, με αποστολές 10.000 τόνων και εκτιμάται ότι μέχρι το τέλος Μαΐου οι εξαγωγές θα ξεπεράσουν τους 15.000 τόνους.
Σήμερα, κύριες αγορές για το ελληνικό ακτινίδιο είναι η Ισπανία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Πολωνία, η Ουκρανία, ο Καναδάς, χώρες της Λατινικής Αμερικής, η Νότια Κορέα, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και χώρες της Μέσης Ανατολής.