Μετά από μια εντυπωσιακή χρηματιστηριακή χρονιά, η HSBC «κατεβάζει ταχύτητα» για τις ελληνικές μετοχές, επισημαίνοντας ότι μεγάλο μέρος των θετικών εξελίξεων έχει ήδη περάσει στις τιμές, ενώ και οι απαιτήσεις για τους τίτλους είναι πλέον υψηλότερες.
Στην ετήσια έκθεσή της, για τις αναδυόμενες αγορές, η τράπεζα υπογραμμίζει ότι η άνοδος του 2025 ήταν από τις ισχυρότερες διεθνώς και, ακριβώς γι’ αυτό, τα περιθώρια για νέο ισχυρό re-rating δείχνουν πλέον πιο περιορισμένα. «Η υπεραπόδοση έχει προηγηθεί των θεμελιωδών», σημειώνει η HSBC, εξηγώντας ότι η αγορά έχει προεξοφλήσει πολλούς από τους καταλύτες που στήριξαν το ράλι.
Ο οίκος αλλάζει τη σύστασή του για την Ελλάδα, υποβαθμίζοντάς την σε underweight από neutral, υιοθετώντας πιο προσεκτική στάση σε σχέση με το ευρύτερα θετικό κλίμα που επικρατεί διεθνώς για τη χώρα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και σε έναν παράγοντα που η HSBC βλέπει διαφορετικά από το «consensus», την πιθανή αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς από τον MSCI. «Ακόμη και μια αναβάθμιση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αρνητικός καταλύτης», τονίζει, αφήνοντας να εννοηθεί ότι μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει σε ανακατανομή ροών ή σε κλείσιμο θέσεων μετά την προεξόφληση του σεναρίου.
Σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής, η HSBC διατηρεί θετική εικόνα για τις αναδυόμενες αγορές και συνεχίζει να προτιμά τις μετοχές ως asset class, διατηρώντας την Ελλάδα στο επίκεντρο των αναδυόμενων αγορών, καθώς αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία διατηρεί θετική δυναμική, με την εγχώρια ζήτηση να παραμένει ο βασικός μοχλός.
Ωστόσο, κατατάσσει την Ελλάδα στις περιπτώσεις όπου η αγορά «έτρεξε» νωρίτερα από τον κύκλο των θεμελιωδών, σε αντίθεση με άλλες αγορές που όπως εκτιμά βρίσκονται πιο νωρίς στη φάση ανατιμολόγησης.
Επισημαίνει την αύξηση του ΑΕΠ στο γ’ τρίμηνο, την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης και τη συνέχιση της ισχυρής πορείας των επενδύσεων, οι οποίες όπως σημειώνει βρίσκονται πλέον αισθητά πάνω από τα προ πανδημίας επίπεδα.
Την ίδια στιγμή, η HSBC εντοπίζει ενδείξεις κόπωσης στην ψυχολογία των νοικοκυριών. «Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε έντονα», αναφέρει, παρά το γεγονός ότι η ανεργία κινήθηκε σε χαμηλά πολλών ετών.
Σύμφωνα με την ανάλυση της τράπεζας, ο σχετικά υψηλός πληθωρισμός, με έμφαση στις υπηρεσίες, συνεχίζει να πιέζει τα πραγματικά εισοδήματα και να επηρεάζει την καθημερινή εικόνα της οικονομίας.
Ο τουρισμός, όπως σημειώνει ο οίκος, παραμένει σταθερός πυλώνας στήριξης, με αύξηση τόσο στις αφίξεις όσο και στα έσοδα.
Παράλληλα, η HSBC δίνει βάρος στη διαρθρωτική ενίσχυση της μεταποίησης, κάνοντας λόγο για διεύρυνση του αριθμού των επιχειρήσεων και αύξηση της απασχόλησης στον κλάδο τα τελευταία χρόνια, με τη μεταποίηση να ενισχύει σταδιακά το αποτύπωμά της στην οικονομία.
Στο πεδίο του Ταμείου Ανάκαμψης, η HSBC αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει ήδη εξασφαλίσει σημαντικό μέρος της συνολικής κατανομής, ωστόσο ξεχωρίζει την απόσταση ανάμεσα στις εγκρίσεις και στην πραγματική υλοποίηση.
«Η εκτέλεση των έργων είναι κρίσιμη προϋπόθεση για να διατηρηθεί η αναπτυξιακή δυναμική», υπογραμμίζει, εκτιμώντας ότι η επιτάχυνση των επενδύσεων μπορεί να αποτελέσει κλειδί, ακόμη και πέρα από το 2026.
Στο δημοσιονομικό σκέλος, η εικόνα περιγράφεται ως ισχυρή, με την HSBC να επισημαίνει την ανθεκτικότητα των επιδόσεων και τις εκτιμήσεις για υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα.
Παρόλα αυτά, προειδοποιεί ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών λειτουργεί ως «φυσικός περιορισμός» για την ανάπτυξη, λόγω της εξάρτησης από ενεργειακές εισαγωγές και του επενδυτικού κενού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η HSBC αναδεικνύει και τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, παραπέμποντας σε νέες υποδομές LNG και σε κινήσεις που ενισχύουν τη διασύνδεση με ευρύτερες αγορές της περιοχής.
Παράλληλα, σημειώνει τις υπεράκτιες έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη, επισημαίνοντας ότι, εφόσον επιβεβαιωθούν τα αποθέματα, το ενεργειακό ισοζύγιο θα μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά τα επόμενα χρόνια.