Σε δύο πυλώνες βασίζονται οι ανακοινώσεις που έγιναν προ ολίγου για την ανακούφιση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας. Αφενός εξασφαλίστηκαν 100 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τα επόμενα 5 χρόνια για την ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους, που αφορά όχι μόνο τη βαριά ενεργοβόρα βιομηχανία της χώρας, αλλά και 23.000 βιομηχανίες ή βιοτεχνίες και αφετέρου θα υπάρξει συνεργασία με το Υπουργείο Ανάπτυξης για την απορρόφηση πόρων συνολικού ύψους 200 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού.
Συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο το νέο πλαίσιο
Σύμφωνα με όσα είπε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, «απαιτήθηκε μια δύσκολη διαπραγμάτευση με την Ευρώπη, που διήρκεσε έξι μήνες, προκειμένου να αποκρυσταλλωθεί ένα πλαίσιο στήριξης για την ελληνική βιομηχανία, συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο, ασφαλές και που δεν κινδυνεύει να αμφισβητηθεί, μεταφέροντας το πρόβλημα στο μέλλον.
Τα μέτρα στήριξης που θα αναπτύξουν οι υπουργοί κ.κ. Τάκης Θεοδωρικάκος και Νίκος Τσάφος βασίζονται σε δύο πυλώνες. Αφενός, εξασφαλίστηκαν 100 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τα επόμενα 5 χρόνια για την ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, που αφορά όχι μόνο τη βαριά ενεργοβόρα βιομηχανία της χώρας, αλλά και 23.000 βιομηχανίες ή βιοτεχνίες.
Αφετέρου, έχει υπάρξει συνεργασία με το Υπουργείο Ανάπτυξης για την απορρόφηση πόρων συνολικού ύψους 200 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού, τα οποία θα εξειδικεύσει ο υπουργός Ανάπτυξης. Αυτό αποτελεί ένα ουσιαστικό πακέτο δράσεων για τη στήριξη της ανταγωνιστικότητας, το οποίο ολοκληρώνει προς το παρόν τον κύκλο που ξεκίνησε τον περασμένο Οκτώβριο.
Παραμένουμε σε εγρήγορση, καθώς είναι προφανές ότι η ένταση και η έκταση της κρίσης στη Μέση Ανατολή μας επηρεάζει όλους».
200 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού
Εξειδικεύοντας τα μέτρα που αφορούν το υπουργείο Ανάπτυξης, ο υπουργός Τάκης Θεοδωρικάκος, είπε: «Η στήριξη της σύγχρονης ελληνικής βιομηχανίας είναι απόλυτη προτεραιότητα για την κυβέρνησή μας, γιατί η αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας είναι προϋπόθεση για να έχουμε ισχυρές επιχειρήσεις και συνεχή και βιώσιμη ανάπτυξη.
Το πρόγραμμα στο οποίο αναφερόμαστε έχει άμεσες επιπτώσεις στην ισχύ της ελληνικής οικονομίας, αλλά και στη βελτίωση των μισθών και των αποδοχών των Ελλήνων εργαζομένων.
Διαχρονικός στόχος της κυβέρνησής μας είναι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Το πρόγραμμα για τη φετινή χρονιά είναι το Ταμείο Εκσυγχρονισμού, με προϋπολογισμό 200 εκατ. ευρώ σε αυτόν τον κύκλο, και θα έχει τη μορφή επιχορήγησης.
Επιλέξιμα για ενίσχυση θα είναι επενδυτικά σχέδια που εντάσσονται στο πλαίσιο των στρατηγικών επενδύσεων του ΥΠΑΝ.
Κάθε επενδυτικό σχέδιο, αλλά και κάθε χρηματοδοτούμενη παρέμβαση εντός αυτού του πλαισίου, θα πρέπει να επιτυγχάνει κατ’ ελάχιστον 10% εξοικονόμηση ενέργειας σε σχέση με την αρχική κατάσταση.
Θα υπάρξει δημόσια πρόσκληση για να καταθέσουν οι επιχειρήσεις τα επενδυτικά σχέδια, με λεπτομέρειες που θα δοθούν στο πλαίσιο διεξαγωγής της πρόσκλησης μέσα στον Ιούνιο της φετινής χρονιάς».
Ποιοι τομείς θα ενισχυθούν από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού
Σύμφωνα με τον ίδιο, «ενδεικτικά, θα μπορούσαν να ενισχυθούν οι τομείς του αλουμινίου, του χαλκού, του σιδήρου, των μεταλλικών κατασκευών, του τσιμέντου, του χαρτιού και της ξυλείας. Ασφαλώς, η χημική βιομηχανία περιλαμβάνεται, συμπεριλαμβανομένης και της φαρμακευτικής βιομηχανίας.
Οι ενισχυόμενες δαπάνες θα μπορούν να λάβουν κρατική ενίσχυση είτε μέσω του Γενικού Απαλλακτικού Κανονισμού είτε μέσω του νέου πλαισίου CISAF, το οποίο πετύχαμε για την ελληνική βιομηχανία σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ενδεικτικά, ως επιλέξιμες παρεμβάσεις αναφέρονται: ο εξηλεκτρισμός θερμικών διεργασιών και συστημάτων θέρμανσης και αερισμού, ο εξηλεκτρισμός βιομηχανικών οχημάτων, η αναβάθμιση παλαιού εξοπλισμού και βιομηχανικών κτιρίων, η αναβάθμιση συστημάτων πεπιεσμένου αέρα και η αναβάθμιση βιομηχανικής ψύξης.
Όλες αυτές θα είναι δράσεις που μπορούν να επιδοτηθούν και εκτιμάται ότι θα συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό του ενεργειακού αποτυπώματος και της παραγωγικότητας των βιομηχανικών επιχειρήσεων».
Αντιστάθμιση και μείωση ΥΚΩ κατά 50%
Όσον αφορά τα μέτρα που αφορούν το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, είπε: «Έχουμε δύο βασικούς πυλώνες. Ο πρώτος αφορά τον συντελεστή αντιστάθμισης. Η αντιστάθμιση του διοξειδίου του άνθρακα είναι από τα βασικά μέτρα που δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση για να στηρίξει την ενεργοβόρα βιομηχανία.
Όταν εκπέμπεις διοξείδιο του άνθρακα στην Ευρώπη, πληρώνεις ένα κόστος. Αυτό το κόστος αντανακλάται στην τιμή του ρεύματος. Για παράδειγμα, όταν πληρώνεις ρεύμα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ένα ποσοστό της τιμής προέρχεται από το διοξείδιο του άνθρακα.
Η Κομισιόν επιτρέπει στα κράτη-μέλη να επιστρέφουν αυτή την επιβάρυνση στις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Αυτό γίνεται με μια εξίσωση που έχει διάφορες παραμέτρους, μεταξύ των οποίων και το ενεργειακό μίγμα μιας χώρας. Αν παράγεις με λιγνίτη ή με φυσικό αέριο, καταλήγεις σε διαφορετικό συντελεστή.
Η χώρα μας είχε συντελεστή 0,73 τόνους ανά μεγαβατώρα μέχρι το 2025 και είχε ανακοινωθεί ένας νέος συντελεστής 0,58 μέχρι το 2030, ως απόρροια της απολιγνιτοποίησης. Άρα, αν δεν κάναμε τίποτα, η ενεργοβόρα βιομηχανία της χώρας θα είχε σταδιακά μειούμενη στήριξη.
Μετά από πολύμηνη διαπραγμάτευση με την Κομισιόν, καταφέραμε να εξασφαλίσουμε υψηλότερο συντελεστή στο 0,82 για την περίοδο 2026–2030, που οδηγεί σε επιπλέον στήριξη περίπου 75 εκατ. ευρώ τον χρόνο σε σχέση με το σενάριο αναφοράς. Αυτό αφορά τις μεγαλύτερες ενεργοβόρες βιομηχανίες, περίπου 40–50 στη χώρα».
«Ο δεύτερος πυλώνας δράσης αφορά τις ΥΚΩ. Είναι κάτι που πληρώνουμε όλοι, ώστε να έχουμε την ίδια τιμή ρεύματος στα νησιά με το διασυνδεδεμένο σύστημα και για να επιδοτούνται οι πιο ευάλωτοι συμπολίτες μας μέσω του κοινωνικού οικιακού τιμολογίου.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν διαφορετικές χρεώσεις ανάλογα με τον καταναλωτή. Από 1η Ιουλίου 2026 θα προχωρήσουμε σε μείωση 50% στις καταναλώσεις της βιομηχανίας στην υψηλή και μέση τάση. Ενδεικτικά, οι χρεώσεις βρίσκονται στα 4,14, 6,91 και 18,24 ευρώ/MWh αναλόγως της κατανάλωσης.
Πρόκειται για ένα μέτρο που αφορά περίπου 23.000 καταναλωτές και έχει ετήσιο κόστος περίπου 26 εκατ. ευρώ», κατέληξε ο κ. Τσάφος.