Ο πρόεδρος της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε δήλωσε ότι «ξένες δυνάμεις» δεν μπορούν να αποφασίσουν το μέλλον του νησιού, απαντώντας στις πρόσφατες πιέσεις της Κίνας προς τις ΗΠΑ.
«Το μέλλον της Ταϊβάν δεν μπορεί να αποφασιστεί από ξένες δυνάμεις, ούτε να γίνει όμηρος του φόβου, του διχασμού ή των βραχυπρόθεσμων συμφερόντων», ανέφερε ο Λάι σε ομιλία του με αφορμή τη συμπλήρωση δύο ετών από την εκλογή του στην προεδρία.
Οι δηλώσεις του έγιναν λίγες ημέρες μετά τις τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος άφησε να εννοηθεί ότι οι πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν θα μπορούσαν να αποτελέσουν διαπραγματευτικό εργαλείο με την Κίνα.
Το Πεκίνο θεωρεί την Ταϊβάν μέρος του εδάφους του και αντιδρά έντονα σε κάθε στρατιωτική συνεργασία της με τις ΗΠΑ.
Μετά τη συνάντησή του με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν έχει αποφασίσει αν θα εγκρίνει νέες πωλήσεις στρατιωτικού εξοπλισμού, χαρακτηρίζοντας τις συμφωνίες αυτές «καλό διαπραγματευτικό εργαλείο». Παράλληλα, σημείωσε ότι «δεν θέλω να έχουμε κάποιον που θα πει ‘ας ανεξαρτητοποιηθούμε’».
Κατά την επίσκεψή του στο Πεκίνο, ο Σι προειδοποίησε τον Αμερικανό πρόεδρο για το ζήτημα της Ταϊβάν. Η κυβέρνηση της Ταϊπέι επιμένει ότι η αμερικανική πολιτική δεν έχει αλλάξει και ότι δεν υπήρξε καμία υπόσχεση προς την Κίνα σχετικά με τις πωλήσεις όπλων.
Για την Ταϊβάν, η Κίνα αποτελεί «τη βαθιά αιτία» της περιφερειακής αστάθειας, ενώ η αγορά αμερικανικών όπλων θεωρείται δέσμευση για την υπεράσπιση της δημοκρατίας στο νησί.
«Η Ταϊβάν πρέπει να είναι σε θέση να προστατεύσει τον εαυτό της και να διατηρήσει την ειρήνη και τη σταθερότητα στο στενό της Ταϊβάν», υπογράμμισε ο Λάι.
Αύξηση αμυντικών δαπανών και προειδοποιήσεις
Ο πρόεδρος της Ταϊβάν διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή του αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες «για να αποφύγει έναν πόλεμο» και όχι για να τον προκαλέσει. «Οι απειλές είναι μεγαλύτερες από ποτέ», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, τόνισε πως η Ταϊβάν είναι πρόθυμη «να διατηρήσει υγιείς και συντεταγμένες συναλλαγές με την Κίνα» σε ισότιμη βάση, αλλά «δεν θα θυσιάσουμε την κυριαρχία μας ή τον δημοκρατικό τρόπο ζωής μας».
Το κινεζικό γραφείο αρμόδιο για τις υποθέσεις της Ταϊβάν αντέδρασε έντονα, χαρακτηρίζοντας την ομιλία «γεμάτη ψέματα και απάτες, εχθρότητα και αντιπαράθεση», σύμφωνα με το πρακτορείο Xinhua.
Αμερικανο-ταϊβανέζικες σχέσεις και επενδύσεις στην άμυνα
Μετά την επιστροφή του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, ο Ρεπουμπλικάνος πιέζει την Ταϊβάν να επενδύσει περισσότερο στην άμυνά της. Το κοινοβούλιο της χώρας ενέκρινε επενδύσεις ύψους 25 δισ. δολαρίων για την αγορά αμερικανικών όπλων, ποσό που καλύπτει μέρος συμφωνιών αξίας 11,1 δισ. δολαρίων που είχαν ανακοινωθεί τον Δεκέμβριο.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι εξετάζει ένα δεύτερο πακέτο πώλησης όπλων και θα λάβει απόφαση «σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα». Οι ΗΠΑ δεσμεύονται να παρέχουν αμυντικό εξοπλισμό στην Ταϊβάν βάσει του νόμου Taiwan Relations Act του 1979, υπό την προϋπόθεση ότι το νησί δεν θα κηρύξει την ανεξαρτησία του.
Πιθανή επικοινωνία Τραμπ – Λάι
Ο Λάι επισήμανε ότι, εάν είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον Αμερικανό πρόεδρο, θα του επαναλάμβανε πως η κυβέρνησή του «διατηρεί το στάτους κβο» και ότι η Κίνα «υπονομεύει» την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή.
Ο Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Ταϊβανέζο ηγέτη, κάτι που, αν συμβεί, θα συνιστά σημαντική αλλαγή στην αμερικανική διπλωματική στρατηγική και πιθανό σημείο έντασης με το Πεκίνο.