Λάστιχο γίνεται για ακόμα μία φορά το πολύπαθο έργο για τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων αεροναυτιλίας στα ελληνικά αεροδρόμια, που λειτουργούν με όρους της περασμένης δεκαετίας.
Υπό τη δαμόκλειο σπάθη ευρωπαϊκών κυρώσεων και με την απειλή νέας καθυστέρησης, ο προϋπολογισμός του έργου συρρικνώνεται στα 126,17 εκατ. ευρώ από σχεδόν 160 εκατ. ευρώ, καθώς «κόβεται» η αναβάθμιση των υφιστάμενων ραντάρ και η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) βάζει πλώρη για την προμήθεια επτά νέων ραντάρ.
Παρότι η εναέρια κυκλοφορία στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια σημειώνει απανωτά ρεκόρ, με πάνω από 83 εκατ. επιβάτες το 2025, ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής αεροναυτιλίας μοιάζει με το γεφύρι της Άρτας.
Τα επιμέρους βήματα για την αναβάθμιση των απαρχαιωμένων συστημάτων σέρνονται από το 2018 και τα πράγματα δεν θα διορθωθούν πριν το 2030.
Επιχειρώντας να επιταχύνει, η διοίκηση της ΥΠΑ έδωσε το «πράσινο φως» για την απευθείας διαπραγμάτευση με τη γαλλική Thales Las France, αλλά μόνο για την αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Επεξεργασίας Δεδομένων (DPS).
Μέσα σε τρεις μήνες δηλαδή ανέτρεψε την προηγούμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, αποκόπτοντας από το έργο την αναβάθμιση επτά ραντάρ σε Καμάρα, Υμηττό, Ελληνικό, Λευκάδα, Κύθηρα, Πήλιο και Μερέντα, ώστε αυτά να αντικατασταθούν από ολοκαίνουργια συστήματα.
Αυτά τα νέα μπρος-πίσω έχουν φέρει ήδη οριακά τους στόχους της διοίκησης για το έργο, συμπιέζοντας δραματικά το χρονοδιάγραμμα.
Ο στόχος να πέσουν οι υπογραφές εντός του πρώτου εξαμήνου είναι αισιόδοξος, δεδομένου ότι η σύμβαση θα πρέπει να περάσει και από τον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Συμφέρουσα επιλογή
Σύμφωνα με την τροποιητική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η επιλογή της νέας προμήθειας υπερτερεί έναντι των συνεχών αναβαθμίσεων, ειδικά «σε περιβάλλον αυξημένων απαιτήσεων κυβερνοασφάλειας, κανονιστικής συμμόρφωσης με τους ενωσιακούς και διεθνείς κανονισμούς και επιχειρησιακής διαθεσιμότητας».
Σε όρους κόστους, βάσει της προσφορά της Thales από τον Μάρτιο του 2025, το αρχικό benchmark κόστος για την αναβάθμιση των επτά ραντάρ ήταν 29,85 εκατ. ευρώ (έκπτωση 19,82%). Εν συνεχεία, σε αυτό προστέθηκαν 1,9 εκατ. ευρώ για το ραντάρ στον λόφο Μερέντα, που έχει ενοχοποιηθεί για τα «μπλακάουτ» στο αεροδρόμιο της Αθήνας.
Εν τω ματαξύ, από τις μη δεσμευτικές προσφορές των εταιρειών INDRA και ELDIS, στο πλαίσιο άλλου διαγωνισμού της ΥΠΑ, προκύπτει ότι η εγκατάσταση συστημάτων ραντάρ νέας γενιάς έρχεται στα 24,5 εκατ. και 23,5 εκατ. ευρώ αντίστοιχα. Ενώ και η ίδια η Thalesέχει υποβάλει προσφορά 30,86 εκατ. ευρώ (με ΦΠΑ) για έξι καινούργια ραντάρ, στο πλαίσιο του διαγωνισμού για την εγκατάσταση συστημάτων επιτήρησης (TAR).
«Δεδομένων των ανωτέρω, η διαφορά κόστους μεταξύ της επιλογής αναβάθμισης παλαιού εξοπλισμού και της επιλογής προμήθειας νέων συστημάτων RADAR δεν προκύπτει ουσιώδης ή δυσανάλογη, λαμβανομένου υπόψη ότι η δεύτερη επιλογή εξασφαλίζει σημαντικά μεγαλύτερο επιχειρησιακό και τεχνολογικό κύκλο ζωής», επισημαίνεται στην απόφαση.
Αλλεπάλληλες ανατροπές
Βέβαια αυτή η ανατροπή δεν είναι η πρώτη που έχει δει το εν λόγω έργο. Σύμφωνα με καταγγελίες της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας (ΕΕΕΚΕ), ο προϋπολογισμός του έργου αυξανόταν διαρκώς.
«Η ΥΠΑ, μέχρι και σήμερα, επιδιώκει την σύναψη σύμβασης για το νέο σύστημα ραντάρ (DPS), ο προϋπολογισμός του οποίου έχει φθάσει πλέον στα 160 εκατ. ευρώ -από 76 εκατ. ευρώ που ήταν το 2024 και από 150 εκατ. προ ολίγων εβδομάδων-, χωρίς η αρμόδια διεύθυνση να έχει παρουσιάσει τεχνικές προδιαγραφές, κάτι που αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία», ανέφερε σε ανακοίνωση η Ένωση.
Ενώ και η πρόσφατη αλλαγή έρχεται…εν ριπή οφθαλμού, μέσα σε μόλις τρεις μήνες, από την προηγούμενη έγκριση για διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης με την Thales LAS France.
Η επιλογή, όμως, της απευθείας ανάθεσης δεν πέρασε απαρατήρητη από τον ανταγωνισμό. Μάλιστα, με δύο επιστολές της προς τον αρμόδιο υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστο Δήμα, την ΕΑΔΗΣΥ και το Ελεγκτικό Συνέδριο, η ιταλική Leonardo κατήγγειλε τη διαδικασία.
Έτσι, η ΥΠΑ επιχειρεί τώρα να προχωρήσει το έργο με διαφορετικό μείγμα, ώστε να ξεπεράσει τον σκόπελο ενδεχόμενης δικαστικής εμπλοκής. Η υπηρεσία σε κάθε περίπτωση επικαλείται την «αδήριτη ανάγκη εκσυγχρονισμού των συστημάτων αεροναυτιλίας», ενώ σύμφωνη γνώμη για την απευθείας ανάθεση έχει δώσει και η ΕΑΔΗΣΥ.