Ένας νέος ιός Έμπολα χωρίς διαθέσιμο εμβόλιο προκαλεί ανησυχία στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου οι αρχές δίνουν μάχη με τον χρόνο για να περιορίσουν την εξάπλωσή του. Η επιδημία, που ξέσπασε στα μέσα Μαΐου σε περιοχές κοντά στα σύνορα με την Ουγκάντα και το Νότιο Σουδάν, έχει πλήξει πληθυσμούς που ήδη δοκιμάζονται από τη δράση ένοπλων ομάδων και βαθιά δυσπιστία απέναντι στις υγειονομικές αρχές.
Στις 15 Μαΐου η ΛΔ Κονγκό κήρυξε τη 17η επιδημία Έμπολα, έπειτα από επιβεβαίωση του ιού σε εργαστήριο της Κινσάσα. Το επίκεντρο εντοπίζεται στην επαρχία Ιτούρι, περιοχή με έντονη μεταλλευτική δραστηριότητα και συχνές συγκρούσεις, όπου ήδη είχαν αναφερθεί 246 ύποπτα κρούσματα και 80 θάνατοι.
Την ίδια ημέρα, η Ουγκάντα ανακοίνωσε τον πρώτο θάνατο από Έμπολα, ενός Κονγκολέζου που βρέθηκε στην Καμπάλα, χαρακτηρίζοντας το περιστατικό «εισαγόμενο». Μέχρι στιγμής στη χώρα έχουν καταγραφεί 19 επιβεβαιωμένα κρούσματα, εκ των οποίων δύο θανατηφόρα, ενώ τα σύνορα με τη ΛΔ Κονγκό παραμένουν κλειστά.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία, προειδοποιώντας για «την κλίμακα και την ταχύτητα» της εξάπλωσης. Τα Αφρικανικά Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών (Africa CDC) εκτιμούν ότι δέκα χώρες της περιοχής βρίσκονται σε κίνδυνο.
Το στέλεχος Bundibugyo και η έλλειψη εμβολίου
Σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας της ΛΔ Κονγκό, Ρότζερ Κάμπα, το στέλεχος Bundibugyo του ιού δεν καλύπτεται από τα υπάρχοντα εμβόλια, τα οποία είναι αποτελεσματικά μόνο για το στέλεχος Ζαΐρ. Η αντιμετώπιση βασίζεται επομένως στην απομόνωση των ασθενών και την ιχνηλάτηση επαφών.
Η ανακοίνωση προκάλεσε διεθνή ανησυχία, με τις ΗΠΑ να περιορίζουν την έκδοση βίζας για ταξιδιώτες από περιοχές υψηλού κινδύνου. Ο πρόεδρος της ΛΔ Κονγκό, Φέλιξ Τσισεκέντι, κάλεσε σε «ηρεμία» διαβεβαιώνοντας πως έχουν ληφθεί «όλα τα απαραίτητα μέτρα» για την ενίσχυση της αντίδρασης.
Μία εβδομάδα μετά την κήρυξη της επιδημίας, οι θάνατοι ανήλθαν σε 204 επί συνόλου 867 ύποπτων κρουσμάτων. Οι αρχές ανέστειλαν προσωρινά τις πτήσεις προς και από τη Μπούνια, πρωτεύουσα της Ιτούρι, κρίσιμη για τη μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας.
Ο επικεφαλής του Africa CDC, Ζαν Κεσέγια, δήλωσε ότι αναμένεται εμβόλιο κατά του Bundibugyo έως το τέλος του έτους, με τις κλινικές δοκιμές να βρίσκονται σε εξέλιξη.
Καθυστέρηση στην αναγνώριση της επιδημίας
Η εξάπλωση του ιού υπήρξε ραγδαία, ενώ η δυνατότητα διεξαγωγής τεστ στη ΛΔ Κονγκό παραμένει περιορισμένη. Δύο εβδομάδες μετά την κήρυξη, είχαν αναφερθεί σχεδόν 1.140 ύποπτα κρούσματα και 246 θάνατοι. Στην Ιτούρι, κάτοικοι ανέφεραν ανεξήγητους θανάτους ήδη από τον Μάρτιο, με φήμες για «μυστικιστική ασθένεια» να κυκλοφορούν στις κοινότητες.
Ο λοιμωξιολόγος Ζαν-Ζακ Μουγιέμπε εξήγησε ότι οι γιατροί «μπερδεύτηκαν» καθώς το στέλεχος Bundibugyo εμφανίζει αρχικά συμπτώματα παρόμοια με ελονοσία. Ο ΠΟΥ είχε ειδοποιηθεί από τις 5 Μαΐου για άγνωστη ασθένεια υψηλής θνησιμότητας, ωστόσο τα πρώτα τεστ ήταν αρνητικά λόγω έλλειψης κατάλληλων αντιδραστηρίων.
Προκλήσεις στο πεδίο και διεθνής ανησυχία
Στην Ιτούρι, η παρουσία ένοπλων ομάδων και η απουσία κρατικών δομών δυσχεραίνουν την πρόσβαση των υγειονομικών συνεργείων. Αναφέρθηκαν περιστατικά βίας σε νοσοκομεία, καθώς κάτοικοι απαιτούσαν τις σορούς συγγενών τους που πέθαναν από τον ιό.
Ο επικεφαλής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, επισκέφθηκε την Κινσάσα και τη Μπούνια, εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία: «Παρόλο που η κατάσταση είναι περίπλοκη, νομίζω ότι μπορούμε να το σταματήσουμε αυτό».
Η κυβέρνηση της ΛΔ Κονγκό χαρακτήρισε «πανικόβλητες» τις διεθνείς αντιδράσεις, ενώ η οργάνωση Γιατροί Χωρίς Σύνορα προειδοποίησε ότι τα επίσημα στοιχεία «πιθανώς αντικατοπτρίζουν μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας». Άλλες ΜΚΟ μιλούν για σοβαρές ελλείψεις στην οργάνωση της αντίδρασης.
Σύμφωνα με τον τελευταίο απολογισμό, έχουν καταγραφεί 875 κρούσματα και 202 θάνατοι, με τους ειδικούς να τονίζουν ότι το πραγματικό εύρος της επιδημίας παραμένει ασαφές.