Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ προχώρησε σε μια απόφαση που αποτελεί ισχυρό πλήγμα για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ακυρώνοντας την προσπάθειά του να καταργήσει το «δίκαιο του εδάφους», δηλαδή τη χορήγηση ιθαγένειας σε όσους γεννιούνται σε αμερικανικό έδαφος.
Με ψήφους 6 έναντι 3, το Δικαστήριο απέρριψε το προεδρικό διάταγμα που είχε υπογράψει ο Τραμπ, αμέσως μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο για τη δεύτερη θητεία του. Το διάταγμα καταργούσε το δικαίωμα ιθαγένειας για τα παιδιά παράτυπων μεταναστών που γεννιούνται στις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της αυστηρής μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησής του.
Πρόκειται για τη δεύτερη σημαντική ακύρωση πρωτοβουλίας του Τραμπ από το Ανώτατο Δικαστήριο μέσα στο ίδιο έτος. Τον Φεβρουάριο είχε απορρίψει την απόφασή του για επιβολή παγκόσμιων δασμών.
Οι τρεις προοδευτικοί και τρεις συντηρητικοί δικαστές, ανάμεσά τους και ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, επικύρωσαν την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που είχε μπλοκάρει την εντολή του Τραμπ προς τις υπηρεσίες να μην αναγνωρίζουν την ιθαγένεια παιδιών που γεννιούνται στις ΗΠΑ, αν οι γονείς τους δεν είναι Αμερικανοί πολίτες ή νόμιμοι μόνιμοι κάτοικοι.
Οι προσφυγές κατά του διατάγματος βασίστηκαν στην παραβίαση της 14ης Τροπολογίας του Συντάγματος. Οι επικριτές του Τραμπ τον κατηγορούσαν για φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις στην προσέγγισή του στο μεταναστευτικό.
Η σημασία της απόφασης και η 14η Τροπολογία
Η παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στο ζήτημα της ιθαγένειας έρχεται λίγες ημέρες πριν από τους εορτασμούς της 4ης Ιουλίου και των 250 χρόνων από την ίδρυση των ΗΠΑ. Πριν από την απόφαση, εκτιμήσεις ανέφεραν ότι το διάταγμα του Τραμπ θα μπορούσε να επηρεάσει έως και 250.000 νεογνά ετησίως, ενώ εκατομμύρια οικογένειες θα έπρεπε να αποδείξουν την ιθαγένεια των παιδιών τους.
Η 14η Τροπολογία, που θεσπίστηκε το 1868, θεωρείται θεμέλιο της αμερικανικής ιθαγένειας. Προβλέπει ότι «όλοι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες ή απέκτησαν την υπηκοότητά τους και υπόκεινται στη δικαιοδοσία τους είναι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών». Από το μέτρο εξαιρούνται μόνο τα παιδιά ξένων διπλωματών ή μελών εχθρικών δυνάμεων.
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστήριζε ότι η φράση «υπόκεινται στη δικαιοδοσία» σημαίνει πως η γέννηση στις ΗΠΑ δεν αρκεί για την απόκτηση ιθαγένειας, εξαιρώντας τα παιδιά παράτυπων ή προσωρινών μεταναστών.
Η απόφαση και το σκεπτικό του Δικαστηρίου
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης την 1η Απριλίου, ο Τραμπ έγινε ο πρώτος εν ενεργεία πρόεδρος που παρέστη σε συνεδρίαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, αν και αποχώρησε πριν ολοκληρωθούν τα επιχειρήματα των δύο πλευρών.
Ο συντηρητικός δικαστής Τζον Ρόμπερτς, συντάκτης της απόφασης της πλειοψηφίας, τόνισε ότι το διάταγμα του Τραμπ παραβιάζει τη σαφή διατύπωση της 14ης Τροπολογίας, η οποία εγγυάται την ιθαγένεια σε οποιονδήποτε γεννιέται στις ΗΠΑ, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Υπενθύμισε την απόφαση του 1898 στην υπόθεση «ΗΠΑ εναντίον Ουόνγκ Κιμ Αρκ», που είχε κατοχυρώσει αυτό το δικαίωμα.
«Η ιθαγένεια, τότε και τώρα, ήταν το δικαίωμα να έχει κανείς δικαιώματα», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι το Δικαστήριο «τηρεί την υπόσχεση» που δόθηκε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα.
Ο Ρόμπερτς σημείωσε ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να στηρίξουν την «αναθεωρητική άποψη» της κυβέρνησης Τραμπ σχετικά με τον περιορισμό του δικαίου του εδάφους. Ο δικαστής Μπρετ Κάβανο συμφώνησε με την ακύρωση του διατάγματος, επικαλούμενος όμως διαφορετικό νομικό σκεπτικό, σύμφωνα με το οποίο το διάταγμα παραβιάζει ομοσπονδιακό νόμο περί ιθαγένειας.