Στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, η Νέα Δημοκρατία κατέθεσε πρόταση για τροποποίηση του άρθρου 86 παρ. 2, προτείνοντας την κατάργηση της λέξης «αμελλητί». Η ρύθμιση αυτή αφορά την υποχρέωση του ανακριτή ή εισαγγελικού λειτουργού να διαβιβάζει άμεσα στη Βουλή οποιοδήποτε στοιχείο αφορά υπουργό ή υφυπουργό, χωρίς να μπορεί να διεξάγει έρευνα χωρίς εντολή της Βουλής.
Σύμφωνα με την πρόταση του κυβερνώντος κόμματος, η προκαταρκτική εξέταση θα πραγματοποιείται από εισαγγελέα Εφετών, ενώ η πρόταση για άσκηση δίωξης θα υποβάλλεται από εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εναλλακτικά, προτείνεται η προ-αξιολόγηση της ποινικής ευθύνης υπουργών να γίνεται από μεικτό δικαστικό-πολιτικό όργανο. Η τελική άσκηση δίωξης θα αποφασίζεται από τη Βουλή με απόλυτη πλειοψηφία και ονομαστική ψηφοφορία.
Για το τελευταίο αυτό σημείο, δηλαδή τη διαδικασία της ονομαστικής ψηφοφορίας, τοποθετήθηκε ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Θεόδωρος Ρουσόπουλος, επικαλούμενος την προσωπική του εμπειρία από τη διαδικασία που ακολούθησε η Βουλή το 2010 σχετικά με τον ίδιο.
Ο κ. Ρουσόπουλος ανέφερε: «Σε σχέση με την ονομαστική ψηφοφορία, έχω μια σκέψη η οποία θα μπορούσε να είναι και σκέψη επιφύλαξης... Επαγωγικά, όταν έρθει η πρόταση του δικαστικού συμβουλίου, δεν πιστεύω ότι θα είναι πολλοί εκείνοι οι βουλευτές οι οποίοι θα ψηφίσουν απέναντι σε ένα δικαστικό συμβούλιο, όταν έρθει με στοιχεία τεκμηριωμένα και ζητήσει την παραπομπή ενός οποιουδήποτε».
Παράλληλα, σημείωσε ότι στη συζήτηση της επιτροπής Αναθεώρησης, οι βουλευτές συχνά αντιμετωπίζονται ως ενιαίο σύνολο, ενώ στην πράξη υπάρχουν διαφορετικές φωνές και επιλογές. «Αυτή η παράταξη έχει μακρά ιστορία διαφορετικών φωνών. Και άλλες παρατάξεις, δεν είναι μόνον αυτή», πρόσθεσε.
Η προσωπική εμπειρία Ρουσόπουλου
Αναφερόμενος στη δική του εμπειρία, ο κ. Ρουσόπουλος υπενθύμισε ότι έχει περάσει από εξεταστικές και προανακριτικές επιτροπές, καθώς και από ψηφοφορία στην Ολομέλεια της Βουλής το 2010 για την υπόθεση Βατοπεδίου, η οποία κατέληξε σε αθώωση όλων των εμπλεκομένων.
«Αυτό που θα πω, μάλλον ωφελεί τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά πιστεύω στην ελευθερία της βούλησης του βουλευτή», τόνισε, εξηγώντας πως τότε υπήρξαν κόμματα της αντιπολίτευσης, όπως το ΚΚΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός, που εξέφρασαν επιφυλάξεις ή ψήφισαν διαφορετικά. Παράλληλα, επισήμανε ότι αν και είχε δεχθεί δημόσια απαξίωση από το κόμμα του, υπήρξαν βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που δεν ακολούθησαν τη γραμμή του κόμματός τους, διακρίνοντας ότι η υπόθεση στηριζόταν σε αβάσιμες κατηγορίες.
Ο βουλευτής κατέληξε ότι, παρά τις επιφυλάξεις του για την ονομαστική ψηφοφορία, θεωρεί πως όταν υπάρχει δικαστικό συμβούλιο με τεκμηριωμένα στοιχεία, οι βουλευτές θα ψηφίσουν με βάση τη συνείδησή τους και το Σύνταγμα.
Το Σύνταγμα ως θεσμική εγγύηση
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Ρουσόπουλος υπογράμμισε: «Το Σύνταγμα δεν είναι ασπίδα καμιάς κυβέρνησης και κανενός προσώπου. Είναι ασπίδα της ίδιας της δημοκρατίας και γι’ αυτό η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν κάποιοι βρίσκονται υπεράνω του νόμου. Κινδυνεύει όταν η ποινική διαδικασία γίνεται υποκατάστατο της πολιτικής αντιπαράθεσης».
Όπως τόνισε, η ευθύνη των βουλευτών είναι να προστατεύουν τους θεσμούς, ακόμη και όταν αυτό δεν είναι δημοφιλές, αποφεύγοντας τόσο την ισοπέδωση όσο και την εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης.