Ξεκίνησε και διακόπηκε για τις 17 Ιουνίου η δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου (ΜΟΕ). Ο άλλοτε επικεφαλής του Εθνικού Θεάτρου προσήλθε στο Εφετείο περίπου μία ώρα πριν από την έναρξη της διαδικασίας, ενώ παρόντες ήταν και οι τρεις άνδρες των οποίων οι καταγγελίες οδήγησαν τον καλλιτέχνη ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Ο Δημήτρης Λιγνάδης αντιμετωπίζει την κατηγορία του βιασμού κατά συρροή σε βάρος τριών ανηλίκων αγοριών, κατά τον χρόνο των καταγγελλόμενων πράξεων.
Κατά την εκφώνηση του ονόματός του, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι είναι άνεργος, διευκρινίζοντας πως το τελευταίο διάστημα «κάνω ιδιαίτερα μαθήματα στα Αρχαία και στην Ιστορία ως φιλόλογος».
Σε πρώτο βαθμό, ο Δ. Λιγνάδης είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη 12 ετών με αναστολή για τον βιασμό δύο 17χρονων το 2015 σε Αθήνα και Επίδαυρο, ενώ είχε αθωωθεί κατά πλειοψηφία για την υπόθεση ενός 15χρονου. Η Εισαγγελία Εφετών άσκησε έφεση τόσο για το σκέλος της αθώωσης όσο και για το ύψος της ποινής που επέβαλε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (ΜΟΔ).
Με την έναρξη της σημερινής διαδικασίας, η υπεράσπιση του καλλιτέχνη υπέβαλε ένσταση, ζητώντας να κηρυχθεί απαράδεκτη η εισαγγελική έφεση.
Όπως υποστήριξαν οι συνήγοροι του κατηγορούμενου, «το κείμενο της έφεσης δεν καταδεικνύει καμία μα καμία νομική πλημμέλεια της πρωτόδικης απόφασης. Δεν αναπτύσσει νομική αντίκρουση στο σκεπτικό του δικαστηρίου και επιπλέον χρησιμοποιεί στοιχεία που δεν έχουν τεθεί υπόψη του κατηγορούμενου».
Η εισαγγελέας της έδρας, αποδεχόμενη τις αιτιάσεις της υπεράσπισης, ζήτησε από το δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη την εισαγγελική έφεση ως προς την επανεξέταση της αθώωσης και να δεχθεί το σκέλος που αφορά την επιβολή αυστηρότερης ποινής.
«Η έφεση κατά της αθωωτικής θα πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με παράθεση συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων και συλλογισμούς που αντικρούουν την αθωωτική κρίση. Η έφεση του εισαγγελέα μνημονεύει περιστατικά, αλλά δεν αντικρούει το σκεπτικό αθωωτικής κρίσης.
Επομένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτό το σκέλος της η εισαγγελική έφεση, διαφορετικά το δικαστήριό σας θα υποπέσει σε υπέρβαση εξουσίας και αυτό συνιστά λόγο αναίρεσης. Το σκέλος της έφεσης ως προς το ύψος ποινής να γίνει δεκτό», ανέφερε η εισαγγελική λειτουργός.
Αφού ολοκληρώθηκε η κλήρωση των ενόρκων, το δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίασή του.