Η ελληνική οικονομία έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, τόνισε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σε συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα «Avvenire» και στη δημοσιογράφο Marta Ottaviani.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα, μετά από μια μακρά περίοδο προσαρμογής, έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. «Το ελληνικό ΑΕΠ εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, έναντι περίπου 1,4% στη ζώνη του ευρώ», σημείωσε.
Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στις επενδύσεις, την κατανάλωση και τις εξαγωγές, με ιδιαίτερη συμβολή του τουρισμού και των υπηρεσιών.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί σημαντικά, καθώς η ανεργία έχει υποχωρήσει κάτω από το 10%.
«Στην Ελλάδα έχει επέλθει ριζικός μετασχηματισμός», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι η πρόοδος αυτή βασίστηκε σε ισχυρότερα δημόσια οικονομικά, πιο ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα και αυξημένη ανταγωνιστικότητα.
Οι τρεις άξονες της ανάκαμψης
Αναφερόμενος στους παράγοντες που οδήγησαν στην ανάκαμψη, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος στάθηκε σε τρεις βασικούς άξονες: τη δημοσιονομική πειθαρχία, τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξυγίανση των τραπεζών.
Όπως ανέφερε, τα προγράμματα προσαρμογής που ξεκίνησαν το 2010 μετέτρεψαν το μεγάλο πρωτογενές έλλειμμα σε πλεόνασμα, ενώ βοήθησαν στη μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις σε συντάξεις, υγεία, αγορά εργασίας και δημόσια διοίκηση ενίσχυσαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
«Το κοινωνικό κόστος υπήρξε υψηλό, αλλά αποκαταστάθηκε η μακροοικονομική σταθερότητα και η εμπιστοσύνη», σημείωσε.
Η αξιοπιστία και τα διδάγματα της κρίσης
Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε και στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας, επισημαίνοντας ότι αυτή ήρθε μέσα από τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και τον σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ελλάδας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και στην αναδιάρθρωση του χρέους το 2012.
Μιλώντας για τα διδάγματα της ελληνικής κρίσης για την Ευρώπη, τόνισε ότι η πολιτική σταθερότητα και η θεσμική αξιοπιστία είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων.
Πρόσθεσε επίσης ότι οι οικονομικές ανισορροπίες πρέπει να αντιμετωπίζονται έγκαιρα και ότι η Ευρώπη χρειάζεται κοινά εργαλεία για τη διαχείριση κρίσεων.
Η Ευρώπη απέναντι στις νέες προκλήσεις
Για τη σημερινή ευρωπαϊκή οικονομία, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ανέφερε ότι βρίσκεται σε δύσκολη φάση, λόγω πληθωρισμού, γεωπολιτικών εντάσεων και χαμηλής ανάπτυξης.
«Η ΕΚΤ παραμένει προσανατολισμένη στη σταθερότητα των τιμών, με στόχο την επαναφορά του πληθωρισμού στο 2% μεσοπρόθεσμα», δήλωσε.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται πιο αποφασιστική δράση. Έδωσε έμφαση στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, στην ενίσχυση της τραπεζικής ένωσης και στη δημιουργία μιας πραγματικής ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς, ώστε οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις να κατευθύνονται σε στρατηγικές επενδύσεις.
Παράλληλα, ανέδειξε την ανάγκη για κοινή βιομηχανική πολιτική σε τομείς όπως η ενέργεια, η άμυνα, οι προηγμένες τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη.
Όπως ανέφερε, ο κατακερματισμός στην Ευρώπη περιορίζει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων και αυξάνει το κόστος.
Ενέργεια, ανθεκτικότητα και ο ρόλος της Ελλάδας
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ενεργειακό ζήτημα, λέγοντας ότι η κρίση των τελευταίων ετών έδειξε την ευαλωτότητα της Ευρώπης.
«Δεν πρόκειται μόνο για περιβαλλοντικό στόχο, αλλά για ζήτημα οικονομικής ασφάλειας», ανέφερε, επισημαίνοντας την ανάγκη για επενδύσεις σε υποδομές, διασυνδέσεις και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Για το διεθνές περιβάλλον, ο κ. Στουρνάρας εκτίμησε ότι η αστάθεια θα παραμείνει υψηλή. Όπως ανέφερε, η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει την ανθεκτικότητά της, επενδύοντας στην ενεργειακή ασφάλεια, την άμυνα και την τεχνολογία, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να διατηρήσει την εσωτερική της συνοχή.
Τέλος, αναφερόμενος στον ρόλο της Ελλάδας, σημείωσε ότι η χώρα μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος ευρωπαϊκός εταίρος.
«Η γεωγραφική της θέση την καθιστά γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Μεσογείου και Βαλκανίων», δήλωσε, προσθέτοντας ότι οι ενεργειακές υποδομές και η συμβολή της στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών ενισχύουν τον ρόλο της στη σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.