Τις βάσεις για την είσοδο της χώρας στην εποχή της πυρηνικής ενέργειας επιχειρεί να βάλει η κυβέρνηση, με το πολιτικό στοίχημα που τίθεται πλέον ανοιχτά μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές να είναι η διαμόρφωση ενός πρώτου οδικού χάρτη, που θα περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο θα υλοποιηθεί η πρώτη φάση αξιολόγησης για την πιθανή ανάπτυξη ενός εθνικού πυρηνικού προγράμματος.
Η πρώτη αυτή φάση δεν αφορά την κατασκευή πυρηνικού σταθμού ούτε τη λήψη οριστικών αποφάσεων για επενδύσεις, αλλά αναμένεται να δώσει απάντηση στο ερώτημα εάν η Ελλάδα θέλει ή όχι να αποκτήσει πυρηνική ενέργεια ως μέρος του ενεργειακού της μείγματος τις επόμενες δεκαετίες.
Τον σχεδιασμό αυτό αποκάλυψε ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος, μιλώντας χθες στο συνέδριο «Η Ελλάδα στη νέα εποχή της πυρηνικής ενέργειας», που πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Ευγενίδου, επιβεβαιώνοντας ότι η κυβέρνηση εργάζεται ήδη πάνω στη δημιουργία ενός πρώτου εθνικού οδικού χάρτη.
Ο ίδιος, σε συζήτηση με δημοσιογράφους ανέφερε πως το πραγματικό παραδοτέο αυτής της πρώτης φάσης είναι να απαντήσουμε εάν η χώρα θέλει να προχωρήσει παρακάτω, τονίζοντας πως πρόκειται για μια σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία. Για το σκοπό αυτό προβλέπεται η συγκρότηση ενός θεσμικού οργάνου, που θα παρακολουθεί στενά τις διαδικασίες.
Το πρόβλημα της στοχαστικότητας των ΑΠΕ
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Τσάφος, μιλώντας σε πάνελ του συνεδρίου, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει συντελεστεί ριζική αλλαγή στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα, καθώς ενώ πριν από περίπου 20 χρόνια περισσότερο από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας βασιζόταν στον λιγνίτη, από το 2005 μέχρι σήμερα η παραγωγή από λιγνίτη έχει μειωθεί κατά 92%, ενώ σύντομα αναμένεται να μηδενιστεί.
Όπως εξήγησε το κενό αυτό καλύφθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, με τη χώρα μας να βρίσκεται πλέον τρίτη παγκοσμίως στη διείσδυση φωτοβολταϊκών και ένατη στη διείσδυση αιολικής ενέργειας.
Ωστόσο, ακριβώς αυτή η μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ είναι που επαναφέρει στο τραπέζι τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια, καθώς το μεγαλύτερο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει πλέον το ελληνικό ενεργειακό σύστημα είναι η μεγάλη διακύμανση παραγωγής από τον ήλιο και τον άνεμο.
Όπως εξήγησε, η χώρα μας καταναλώνει καθημερινά περίπου 140 έως 150 γιγαβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο, η παραγωγή από αιολικά πάρκα μπορεί να παρουσιάσει ημερήσια διακύμανση από 2 έως 78 γιγαβατώρες, ενώ τα φωτοβολταϊκά από 2,6 έως 54 γιγαβατώρες.
Το κρίσιμο ερώτημα, όπως είπε, είναι τι θα συμβεί σε ημέρες όπου και οι δύο πηγές βρίσκονται ταυτόχρονα σε χαμηλά επίπεδα παραγωγής.
Παρότι η αποθήκευση ενέργειας, η αντλησιοταμίευση και τα υδροηλεκτρικά έργα μπορούν να προσφέρουν μέρος της λύσης, ο ίδιος εξήγησε πως θα συνεχίσει να υπάρχει ανάγκη για ένα σταθερό σύστημα ηλεκτροπαραγωγής βάσης.
Μέχρι σήμερα αυτόν τον ρόλο διαδραματίζει το φυσικό αέριο, κάτι που όμως συνεπάγεται διατήρηση ενός παράλληλου και ακριβού συστήματος παραγωγής και σε αυτό ακριβώς το σημείο η πυρηνική ενέργεια επανέρχεται ως πιθανή μακροπρόθεσμη επιλογή.
«Να μην ξεκινήσουμε από το μηδέν»
Σύμφωνα με τον υφυπουργό, η Ελλάδα παρακολουθεί πλέον μια σαφή διεθνή και ευρωπαϊκή στροφή υπέρ της πυρηνικής ενέργειας.
«Στη γειτονιά της χώρας μας, κράτη όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Σερβία, η Ιταλία και η Τουρκία επενδύουν εκ νέου σε πυρηνικά προγράμματα, ενώ παγκοσμίως υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τις νέες τεχνολογίες μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs)», ανέφερε.
«Θέλουμε να πάρουμε αυτή τη δυναμική που έχει αναπτυχθεί γύρω από την πυρηνική ενέργεια και να τη θεσμοθετήσουμε ώστε την επόμενη μέρα να υπάρχει κάτι που θα μείνει.
Να υπάρχει τεχνογνωσία, να υπάρχει συνέχεια ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που βρίσκονται σήμερα σε θέσεις ευθύνης», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η βασική στρατηγική του ΥΠΕΝ, σύμφωνα με τον κ. Τσάφο, είναι η Ελλάδα να αποκτήσει από τώρα τεχνογνωσία, θεσμική εμπειρία και μηχανισμούς παρακολούθησης της τεχνολογίας, ώστε όταν και εφόσον ωριμάσουν οι συνθήκες να μην ξεκινήσουμε από το μηδέν.
Ο ρόλος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ), Χρήστος Χουσιάδας, αποκάλυψε ότι η Επιτροπή παρακολουθεί εδώ και δύο χρόνια με αυξημένη προσοχή τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια, όχι ως φορέας προώθησης ενός πυρηνικού προγράμματος αλλά ως ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή που οφείλει να είναι προετοιμασμένη.
Αναφερόμενος στην υπογραφή κοινής δήλωσης προθέσεων Ελλάδας - Γαλλίας, μεταξύ άλλων, και στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, εξήγησε πως η συνεργασία με μια ώριμη πυρηνική δύναμη όπως η Γαλλία μπορεί να προσφέρει πολύτιμη τεχνογνωσία τόσο στην αξιολόγηση πυρηνικών εγκαταστάσεων όσο και στις επιθεωρήσεις ασφαλείας.
Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η Γαλλία να αποτελέσει μελλοντικά και τεχνολογικό προμηθευτή της Ελλάδας, ειδικά στον τομέα των SMRs.
«Έχουμε τη βάση, δεν υπάρχει νομικό κενό»
Η Αναστασία Μακρή, εκπροσωπώντας τη δικηγορική εταιρεία Ζέπος & Γιαννόπουλος, εξήγησε ότι η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα βασικό εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο για ζητήματα πυρηνικής ενέργειας, το οποίο αφορά κυρίως την ακτινοπροστασία, τη διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων και τη λειτουργία του ερευνητικού αντιδραστήρα του «Δημόκριτου».
Παράλληλα, η χώρα έχει κυρώσει διεθνείς συμβάσεις για την πυρηνική ασφάλεια, την αστική ευθύνη, τη διαχείριση ατυχημάτων και τη μεταφορά ραδιενεργών υλικών. «Έχουμε τη βάση, δεν υπάρχει νομικό κενό», εξήγησε.
Ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο για την αδειοδότηση πυρηνικών σταθμών, τη χωροθέτηση, την πυρηνική ασφάλεια, τη λειτουργία μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, την εποπτεία, το σύστημα κυρώσεων και τη διαχείριση ενός πλήρους πυρηνικού προγράμματος.
Επιπλέον, η πυρηνική ενέργεια δεν περιλαμβάνεται σήμερα στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), γεγονός που σημαίνει ότι οποιαδήποτε μελλοντική απόφαση θα απαιτήσει και αναθεώρηση της εθνικής ενεργειακής στρατηγικής.
Οι τρεις φάσεις για την υιοθέτηση της πυρηνικής ενέργειας
Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας προβλέπει τρεις διακριτές φάσεις για την ανάπτυξη ενός εθνικού πυρηνικού προγράμματος, ανεξαρτήτως αν αυτό αφορά συμβατικούς πυρηνικούς σταθμούς ή τη νεότερη τεχνολογία των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs).
Η πρώτη φάση αφορά τη μελέτη σκοπιμότητας και θεωρείται το πιο κρίσιμο αρχικό βήμα, καθώς στο τέλος της πρέπει να μπορεί να ληφθεί μια τεκμηριωμένη πολιτική απόφαση για το αν μια χώρα επιθυμεί τελικά να προχωρήσει στην ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας.
Σε αυτό το στάδιο εξετάζονται οι ενεργειακές ανάγκες της χώρας, οι εναλλακτικές μορφές παραγωγής ενέργειας, η δομή της αγοράς ηλεκτρισμού, οι προβλέψεις ζήτησης για τις επόμενες δεκαετίες, η επάρκεια και οι δυνατότητες του ηλεκτρικού δικτύου, καθώς και οι οικονομικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές παράμετροι ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Παράλληλα, αξιολογείται ο βαθμός κοινωνικής αποδοχής αλλά και οι μακροχρόνιες δεσμεύσεις που συνεπάγεται ένα πυρηνικό πρόγραμμα, καθώς πρόκειται για επένδυση με ορίζοντα πολλών δεκαετιών.
Με την ολοκλήρωση αυτών των μελετών συντάσσεται η τελική εισήγηση προς την πολιτική ηγεσία, η οποία καλείται να αποφασίσει εάν η χώρα θα προχωρήσει στην επόμενη φάση.
Εφόσον ληφθεί θετική πολιτική απόφαση, ακολουθεί η δεύτερη φάση, η οποία αφορά την πλήρη θεσμική, νομική και οργανωτική προετοιμασία της χώρας.
Σε αυτό το στάδιο πρέπει να αναπτυχθεί το συνολικό ρυθμιστικό πλαίσιο και να θεσπιστεί η πρωτογενής και δευτερογενής νομοθεσία που θα διέπει τη λειτουργία της πυρηνικής ενέργειας.
Παράλληλα, διευρύνονται οι αρμοδιότητες της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας ώστε να μπορεί να καλύπτει ζητήματα πυρηνικής ασφάλειας, εποπτείας, αδειοδοτήσεων και ελέγχου.
Ταυτόχρονα, ξεκινά η προετοιμασία για την επιλογή πιθανών τοποθεσιών εγκατάστασης πυρηνικών μονάδων, η ανάπτυξη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, η ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών και του ηλεκτρικού δικτύου, καθώς και η αξιολόγηση της τεχνολογίας και της χώρας προέλευσης που θα επιλεγεί για ένα πιθανό μελλοντικό έργο.
Στόχος της δεύτερης φάσης είναι, με την ολοκλήρωσή της, η χώρα να διαθέτει ένα πλήρως ανεπτυγμένο θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, ώστε να μπορεί να περάσει στο στάδιο υλοποίησης.
Η τρίτη και τελευταία φάση αφορά πλέον την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού σταθμού και την ολοκλήρωση του έργου μέχρι τη φάση δοκιμαστικής λειτουργίας και εμπορικής αξιοποίησης.
Πρόκειται για το πιο χρονοβόρο και απαιτητικό στάδιο, το οποίο περιλαμβάνει την υλοποίηση των τεχνικών έργων, τους ελέγχους ασφαλείας, τις επιθεωρήσεις, τη στελέχωση των εγκαταστάσεων και τη συνολική επιχειρησιακή προετοιμασία του σταθμού.
Ο χρονικός ορίζοντας 10 έως 20 χρόνια
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, από τη στιγμή που θα ξεκινήσει οργανωμένα ένα πυρηνικό πρόγραμμα μέχρι τη λειτουργία του πρώτου πυρηνικού σταθμού μπορεί να απαιτηθούν 10, 15 ή ακόμη και περισσότερα από 20 χρόνια.
Για τον λόγο αυτό, τόσο τα κυβερνητικά στελέχη όσο και οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η σημερινή συζήτηση στην Ελλάδα δεν αφορά την άμεση παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, αλλά τη σταδιακή οικοδόμηση της θεσμικής, τεχνολογικής και ρυθμιστικής ετοιμότητας που θα επιτρέψει στη χώρα να λάβει αποφάσεις στο μέλλον.