Τον καθοριστικό ρόλο των κρίσιμων και στρατηγικών ορυκτών πρώτων υλών στη γεωπολιτική, την οικονομία, την άμυνα, την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη ανέδειξε το συνέδριο της ΕΑΓΜΕ στην Αθήνα.
Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων βρέθηκε η ανάγκη η Ευρώπη και η Ελλάδα να αντιμετωπίσουν τις ορυκτές πρώτες ύλες όχι απλώς ως βιομηχανικό ζήτημα, αλλά ως παράγοντα στρατηγικής αυτονομίας και διεθνούς ισχύος.
Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, Κ. Γιαζιτζόγλου, τόνισε ότι η παγκόσμια συζήτηση εξακολουθεί να επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στην ενέργεια, ενώ η πραγματική πρόκληση μετατοπίζεται πλέον στον έλεγχο των πρώτων υλών που στηρίζουν τις τεχνολογίες του μέλλοντος.
«Οι κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες αποτελούν τον νέο πυλώνα της παγκόσμιας γεωπολιτικής ισχύος», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υπενθύμισε επίσης τη γνωστή δήλωση του Ντενγκ Σιαοπίνγκ το 1992 ότι «η Μέση Ανατολή έχει πετρέλαιο, αλλά η Κίνα έχει σπάνιες γαίες», σημειώνοντας ότι η φράση αυτή αποδείχθηκε προφητική.
Όπως δήλωσε, η εξάρτηση της Δύσης από την Ασία σε κρίσιμες πρώτες ύλες παραμένει πολύ υψηλή, ενώ οι πλήρεις διαστάσεις της δεν έχουν ακόμη γίνει αντιληπτές.
Σύμφωνα με τον κ. Γιαζιτζόγλου, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταγράψει 34 κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες. Η γεωγραφική κατανομή της παραγωγής δείχνει την κυρίαρχη θέση της Κίνας, αλλά και τον σημαντικό ρόλο χωρών όπως η Ρωσία, η Ινδία, η Ινδονησία και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
BRICS και πρώτες ύλες στον νέο γεωπολιτικό ανταγωνισμό
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη γεωπολιτική διάσταση του ζητήματος. Όπως σημείωσε, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά συνεργασίες με χώρες που έχουν κοινές αξίες και συμφέροντα, την ίδια ώρα ενισχύονται διεθνείς συμμαχίες με διαφορετικό γεωπολιτικό προσανατολισμό.
Ως παράδειγμα ανέφερε τη διευρυμένη ομάδα των BRICS, η οποία έχει πλέον έντεκα μέλη και συνεχίζει να προσελκύει νέες υποψηφιότητες.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η επιρροή αυτών των χωρών ενισχύεται και μέσω του ελέγχου σημαντικών κοιτασμάτων σε τρίτες χώρες από κινεζικές και ρωσικές κρατικές επιχειρήσεις.
Ανέφερε χαρακτηριστικά το μεγαλύτερο ορυχείο αντιμονίου της Βόρειας Αμερικής, στον Καναδά, το οποίο ανήκει σε κινεζική κρατική εταιρεία και παραμένει ανενεργό εδώ και περίπου μία δεκαετία.
Παρουσιάζοντας σχετικά στοιχεία, ο κ. Γιαζιτζόγλου επισήμανε ότι η ευρύτερη ομάδα των BRICS, μαζί με τις χώρες όπου ο έλεγχος στρατηγικών κοιτασμάτων ασκείται από κινεζικές ή ρωσικές κρατικές εταιρείες, συγκεντρώνει από το 33% έως και το σύνολο της παγκόσμιας παραγωγής σχεδόν όλων των κρίσιμων πρώτων υλών.
«Το ποσοστό του 33% δεν είναι τυχαίο», ανέφερε, εξηγώντας ότι αντιστοιχεί περίπου στο μερίδιο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου που ελέγχει ο ΟΠΕΚ.
«Εάν ο ΟΠΕΚ επηρεάζει καθοριστικά τις διεθνείς ενεργειακές αγορές με αυτό το ποσοστό, γίνεται αντιληπτό πόσο μεγαλύτερη είναι η γεωοικονομική ισχύς που αποκτά η ευρύτερη ομάδα των BRICS στις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες».
Όπως τόνισε, οι κρίσιμες πρώτες ύλες δεν συνδέονται μόνο με την ενεργειακή μετάβαση. Είναι απαραίτητες για την παραγωγή προηγμένων αμυντικών συστημάτων, μικροτσίπ, ιατρικών τεχνολογιών, αεροδιαστημικών εφαρμογών και συνολικά των τεχνολογιών αιχμής που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια των κρατών.
Από τα ορυχεία στην τεχνητή νοημοσύνη και την πράσινη μετάβαση
Στο ίδιο συνέδριο, ο Αθανάσιος Κεφάλας, πρώην πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων και πρόεδρος της IMERYS Ελλάδος, ανέδειξε τον ρόλο των ορυκτών πρώτων υλών στην ενεργειακή μετάβαση, την ψηφιακή οικονομία και την τεχνητή νοημοσύνη.
Με θέμα «Από τα ορυχεία στην τεχνητή νοημοσύνη: Ο καθοριστικός ρόλος των ορυκτών πρώτων υλών», ο κ. Κεφάλας υπογράμμισε ότι ο εξορυκτικός κλάδος αποτελεί βασικό πυλώνα βιώσιμης ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας για την ελληνική και την ευρωπαϊκή οικονομία.
Όπως επισήμανε, ο διαχωρισμός των ορυκτών πρώτων υλών σε «κρίσιμες» και «μη κρίσιμες» δεν αποτυπώνει τη συνολική αξία τους για την κοινωνία και την οικονομία, αλλά τον βαθμό κινδύνου στον εφοδιασμό τους.
Η διεύρυνση του ευρωπαϊκού καταλόγου, από 14 κρίσιμες πρώτες ύλες το 2011 σε 34 σήμερα, δείχνει ότι η σημασία των ορυκτών πόρων αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο.
Ο κ. Κεφάλας σημείωσε ότι και οι λεγόμενες «μη κρίσιμες» πρώτες ύλες είναι αναγκαίες για την καθημερινή ζωή και την παραγωγή.
Υλικά όπως τα αδρανή, το τσιμέντο, ο χάλυβας, ο περλίτης, ο τάλκης, ο μπεντονίτης και ο ατταπουλγίτης χρησιμοποιούνται σε κατοικίες, υποδομές, βιομηχανία, ανακύκλωση, αυτοκινητοβιομηχανία και πολλές ακόμη εφαρμογές.
Ο εξορυκτικός κλάδος ως μοχλός πράσινης ανάπτυξης
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη συμβολή του εξορυκτικού κλάδου στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Όπως ανέφερε, ο κλάδος καλείται να μειώσει το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα, να αξιοποιήσει νέες τεχνολογίες, να ενισχύσει τη χρήση καθαρής ενέργειας και να εφαρμόσει πρακτικές κυκλικής οικονομίας.
Ταυτόχρονα, πρέπει να διασφαλίσει την προμήθεια πρώτων υλών για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μπαταρίες, ημιαγωγούς, ηλεκτρικά οχήματα και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.
Αναφέρθηκε ακόμη στη νέα χρήση πρώην μεταλλευτικών και λιγνιτικών εγκαταστάσεων.
Η ανάπτυξη μεγάλων φωτοβολταϊκών πάρκων στη Δυτική Μακεδονία, η δημιουργία κέντρων δεδομένων σε περιοχές απολιγνιτοποίησης και η εγκατάσταση του υπερυπολογιστή «ΔΑΙΔΑΛΟΣ» στο Λαύριο παρουσιάστηκαν ως παραδείγματα μετατροπής του εξορυκτικού χώρου σε μοχλό πράσινης ανάπτυξης και τεχνολογικής καινοτομίας.
«Αν κάτι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί, τότε πρέπει να εξορυχθεί», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι τα ορυκτά αποτελούν το πρώτο και αναγκαίο στάδιο της αλυσίδας αξίας για κάθε προϊόν, υποδομή και τεχνολογία που στηρίζει τη σύγχρονη ζωή.