«Πρωτοφανές παράδοξο» χαρακτήρισε ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Νικόλας Φαραντούρης, το γεγονός ότι μια χώρα επιδιώκει την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενώ ταυτόχρονα απειλεί και δεν αναγνωρίζει κράτη-μέλη της.
Με ευρεία πλειοψηφία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η έκθεση του Ισπανού ευρωβουλευτή των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) Natso Sanchez Amor σχετικά με την πρόοδο της Τουρκίας.
Η έκθεση περιγράφεται ως «έκθεση-κόλαφος», καθώς καταγράφει σειρά παραβιάσεων του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατικής αρχής, αλλά και φυλακίσεις πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων.
Στο κείμενο επισημαίνονται επίσης οι προκλήσεις της Άγκυρας απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής κατοχής στη Μεγαλόνησο, του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και των ζητημάτων που αφορούν τα περιουσιακά δικαιώματα των Κωνσταντινουπολιτών, μετά από τροπολογίες που κατατέθηκαν με πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ.
Παρέμβαση Φαραντούρη στο Ευρωκοινοβούλιο
Κατά τη συζήτηση που προηγήθηκε της ψηφοφορίας, ο Νικόλας Φαραντούρης, ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τόνισε ότι πρόκειται για «πρωτοφανές διεθνές παράδοξο».
Όπως σημείωσε, «μία χώρα χτυπά την πόρτα της ΕΕ, επιδιώκει συμμετοχή στην τελωνειακή ένωση και την ασφάλεια και άμυνα της Ευρώπης, ενώ δεν αναγνωρίζει ένα κράτος μέλος και απειλεί με πόλεμο ένα άλλο».
Ο ευρωβουλευτής κάλεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα της ΕΕ να προχωρήσουν σε «διαρκή και κατηγορηματική καταδίκη» της τουρκικής στάσης.
Κριτική στην ελληνική στρατηγική
Μετά το πέρας της ψηφοφορίας, ο Νικόλας Φαραντούρης υπογράμμισε ότι «η καταδίκη των προκλήσεων του αυταρχικού καθεστώτος της Άγκυρας πρέπει να προβληματίσουν και την Αθήνα». Όπως ανέφερε, «η Ελληνική Κυβέρνηση επένδυσε επιπόλαια στον κατευνασμό χωρίς αντίκρισμα».
Ο ίδιος πρότεινε μια νέα στρατηγική εξωτερικής πολιτικής, βασισμένη στην εξωστρέφεια, την ενεργητική διπλωματία και τη σταθερή υπεράσπιση της ειρήνης και του διεθνούς δικαίου. Τόνισε την ανάγκη για «στιβαρή και διεκδικητική παρουσία στους διεθνείς οργανισμούς» και αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του ελληνισμού.