Η ΕΚΠΟΙΖΩ καλεί την κυβέρνηση και την Τράπεζα της Ελλάδος να απέχουν από δηλώσεις που, όπως υποστηρίζει, δημιουργούν εσφαλμένες εντυπώσεις σχετικά με την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον υπολογισμό των τόκων στις ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη. Η οργάνωση εκφράζει έντονο προβληματισμό για τις δημόσιες τοποθετήσεις και διαρροές που ακολούθησαν την έκδοση της απόφασης.
Σύμφωνα με την ΕΚΠΟΙΖΩ, τις τελευταίες εβδομάδες έχουν διατυπωθεί απόψεις από «νομικούς κύκλους» εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, κυβερνητικούς αξιωματούχους και τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, οι οποίες κάνουν λόγο για ασάφειες ή κενά στην απόφαση της Ολομέλειας. Οι τοποθετήσεις αυτές αφορούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων, τη μη αναδρομικότητα της εφαρμογής της ή τις συνέπειές της για τους δανειολήπτες.
Η οργάνωση, που συμμετείχε ως παρεμβαίνουσα στη δίκη, επισημαίνει ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου είναι απολύτως σαφής. Όπως αναφέρει, το επιτόκιο υπολογίζεται επί κάθε μηνιαίας δόσης κατά τον χρόνο εξόφλησής της και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής. Η ερμηνεία αυτή, σύμφωνα με την ΕΚΠΟΙΖΩ, συνδέεται με τον σκοπό προστασίας της κύριας κατοικίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς διαφορετικός τρόπος υπολογισμού θα οδηγούσε σε υπέρμετρη επιβάρυνση των οφειλετών.
Αν και η απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο για όσους δεν συμμετείχαν στη συγκεκριμένη δίκη, η ΕΚΠΟΙΖΩ υπογραμμίζει ότι οι κρίσεις της Ολομέλειας λειτουργούν ως κατευθυντήρια γραμμή για τα δικαστήρια που θα εξετάσουν παρόμοιες υποθέσεις. Παράλληλα, τονίζει ότι η απόφαση αφορά το σύνολο της δικαστικής ρύθμισης από την έναρξη εφαρμογής της και έχει αναδρομικές συνέπειες ως προς τον υπολογισμό των τόκων, γεγονός που, κατά την οργάνωση, μπορεί να δημιουργήσει ζήτημα επιστροφής ή συμψηφισμού αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
Η ΕΚΠΟΙΖΩ επικρίνει τις δημόσιες παρεμβάσεις που ακολούθησαν την έκδοση της απόφασης, υποστηρίζοντας ότι «ο σεβασμός στις δικαστικές αποφάσεις δεν θα πρέπει να εξαρτάται από το ποιος είναι ο ωφελημένος ή ο ζημιωμένος από αυτές». Επιπλέον, καλεί τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων να ενημερώσουν τους οφειλέτες για τις καταβολές που έχουν πραγματοποιηθεί και για τον τρόπο προσαρμογής των δόσεων στα νέα δεδομένα, ώστε οι δανειολήπτες να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους βάσει της απόφασης.