Στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ Θεόφιλος Ξανθόπουλος άσκησε έντονη κριτική στην κυβέρνηση, κατηγορώντας την ότι προωθεί τη συνταγματοποίηση αρχών θεσμικής θωράκισης και ανεξαρτησίας του ελεγκτικού και νομοθετικού έργου, τις οποίες ωστόσο δεν εφαρμόζει στην πράξη.
Ως παράδειγμα ανέφερε τη διαχείριση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας και την άρνηση, όπως είπε, να προσέλθουν οι κ.κ. Γρ. Δημητριάδης και Ταλ Ντίλιαν για την υπόθεση των υποκλοπών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η κυβερνητική πλειοψηφία αντιμετώπισε τις εξεταστικές επιτροπές που συγκροτήθηκαν μετά από αιτήματα της αντιπολίτευσης.
Αναθεώρηση άρθρου 29
Ο Θεόφιλος Ξανθόπουλος αμφισβήτησε την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 29 του Συντάγματος, όπως προτείνει η πλειοψηφία. Όπως σημείωσε, το Σύνταγμα του 1975 θεσπίστηκε σε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο, μετά τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, και αποτύπωσε την ανάγκη για πλήρη ελευθερία και δημοκρατία χωρίς περιορισμούς.
Επεσήμανε ότι κάθε νέα προσθήκη ενδέχεται να αλλοιώσει τον χαρακτήρα του Συντάγματος, μετατρέποντάς το από κορυφαίο νομοθέτημα σε εργαλείο της πολιτικής συγκυρίας.
Παράλληλα, έθεσε θέμα επανεξέτασης των περιορισμών του άρθρου 29 παρ.3, που απαγορεύουν την πολιτική έκφραση σε συγκεκριμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, υποστηρίζοντας ότι η απόλυτη απαγόρευση είναι πλέον αναχρονιστική και περιορίζει τα πολιτικά δικαιώματα πολλών πολιτών.
Ο ειδικός αγορητής συνέδεσε επίσης την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας με την «προσπάθεια να καλύψει τις ευθύνες της για την εγκληματική οργάνωση που παρεισέφρησε στο κοινοβούλιο με το μανδύα πολιτικού κόμματος», αφήνοντας, όπως είπε, τα ουσιώδη ζητήματα εκτός της συνταγματικής συζήτησης.
Αναθεώρηση άρθρου 60
Αναφορικά με το άρθρο 60, ο Θεόφιλος Ξανθόπουλος ζήτησε από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι το ισχύον Σύνταγμα περιορίζει τον βουλευτή στην άσκηση του νομοθετικού και ελεγκτικού του έργου.
Τόνισε ότι ο Κανονισμός της Βουλής και η συνείδηση των βουλευτών αποτελούν επαρκές πλαίσιο, ενώ το πρόβλημα εντοπίζεται στην απροθυμία των υπουργών να απαντούν ουσιαστικά στον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Επισήμανε ότι η κυβερνητική πλειοψηφία έχει υποβαθμίσει τη λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών, εμποδίζοντας τη συγκρότηση διακομματικού προεδρείου και τον καθορισμό του καταλόγου μαρτύρων.
Κατά τον ίδιο, ο ρόλος του βουλευτή είναι επαρκώς κατοχυρωμένος συνταγματικά και η υπονόμευση της ελεγκτικής αρμοδιότητας προέρχεται από τη συμπεριφορά της κυβέρνησης.
Αναθεώρηση άρθρου 73
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρθηκε στις προτάσεις για τις αρχές καλής νομοθέτησης, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν τις εφαρμόζει. Όπως είπε, από το 2019 δεν έχει ψηφιστεί κανένα νομοσχέδιο με πλήρη τήρηση των προβλεπόμενων προθεσμιών, καθώς η διαδικασία του κατεπείγοντος χρησιμοποιείται καταχρηστικά.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, επισημαίνοντας ότι, παρότι προβλέφθηκε στην τελευταία αναθεώρηση, ο εφαρμοστικός νόμος δεν έχει ακόμη κατατεθεί στη Βουλή. Πρότεινε να θεσπιστεί σαφές πλαίσιο για τη διαδικασία, όπως ο αριθμός υπογραφών πολιτών και τα όρια συμμετοχής.
Στην κατακλείδα της τοποθέτησής του, αναφέρθηκε ξανά στη στάση της πλειοψηφίας σχετικά με την υπόθεση των υποκλοπών, σημειώνοντας ότι η άρνηση κλήσης προσώπων στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας αποδεικνύει, όπως είπε, τη ματαιότητα της διαδικασίας.
Τέλος, ζήτησε να τεθούν αυστηρότεροι κανόνες για τις εκπρόθεσμες τροπολογίες που γίνονται δεκτές από τους υπουργούς.
Αναθεώρηση άρθρου 77
Αναφερόμενος στην πρόταση για τη δυνατότητα παραπομπής ψηφισμένου νομοσχεδίου στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ο Θεόφιλος Ξανθόπουλος υπογράμμισε ότι κάτι τέτοιο συνιστά έμμεση παραβίαση της αρχής του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας. Τόνισε ότι ο διάχυτος έλεγχος πρέπει να διατηρηθεί και εξέφρασε την αντίθεση του ΣΥΡΙΖΑ στη δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου.