Η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξέφρασε την ικανοποίησή της για την εξασφάλιση εξαίρεσης των αμερικανικών πολυεθνικών εταιρειών από τον ελάχιστο φόρο 15%, που προβλέπει η διεθνής φορολογική συμφωνία.
Το 2021, περίπου 140 χώρες είχαν συμφωνήσει να προχωρήσουν σε αυστηρότερη φορολόγηση των πολυεθνικών εταιρειών, μετά από διαπραγματεύσεις υπό τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Η συμφωνία βασιζόταν σε δύο πυλώνες, με τον δεύτερο να εισάγει παγκόσμιο ελάχιστο φορολογικό συντελεστή 15% για μεγάλες επιχειρήσεις.
Με την επιστροφή του στην εξουσία, ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από τη συμφωνία και η κυβέρνησή του διαπραγματεύτηκε την εξαίρεση των αμερικανικών πολυεθνικών από τον συγκεκριμένο φόρο.
Για να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους θέση, Ρεπουμπλικάνοι κοινοβουλευτικοί ενέκριναν το 2025 την απειλή επιβολής φορολογικών αντιποίνων σε ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, διασφαλίστηκε ότι «οι επιχειρήσεις με έδρα τις ΗΠΑ θα υπόκεινται μόνο στους αμερικανικούς ελάχιστους φόρους και θα εξαιρούνται από τον πυλώνα δύο» της συμφωνίας.
Το υπουργείο χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή ως «ιστορική νίκη» για την προστασία της αμερικανικής κυριαρχίας, των εταιρειών και των εργαζομένων από εξωχώριες εκτροπές.
Η συγκεκριμένη εξαίρεση είχε ήδη ανακοινωθεί από τις χώρες μέλη της G7 στα τέλη Ιουνίου.
Σε ξεχωριστή ανακοίνωση, ο ΟΟΣΑ έκανε λόγο για «πολύμηνες εντατικές διαπραγματεύσεις» που κατέληξαν σε «μείζονα πολιτικό και τεχνικό συμβιβασμό», θέτοντας τις βάσεις για σταθερότητα και νομική ασφάλεια στο διεθνές φορολογικό πλαίσιο.