Τις βασικές προϋποθέσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας, αλλά και τα διαρθρωτικά εμπόδια που εξακολουθούν να περιορίζουν τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα, ανέδειξαν εκπρόσωποι επιχειρήσεων, τραπεζών και κυβέρνησης, σε πάνελ συζήτησης, στο πλαίσιο των Growth Awards 2026, που διοργανώνουν η Eurobank και η Grant Thornton.
Αυτό που επισημάνθηκε είναι ότι παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών, η ελληνική οικονομία βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή καθώς χωρίς αύξηση παραγωγικότητας, μεγαλύτερες επιχειρήσεις, επενδύσεις σε υποδομές και τεχνολογία και σταθερό θεσμικό περιβάλλον, το επόμενο αναπτυξιακό άλμα παραμένει ακόμα ζητούμενο.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος, έθεσε τρεις βασικούς άξονες που, όπως υπογράμμισε, είναι αναγκαίοι ώστε η ελληνική βιομηχανία να αναπτυχθεί με σταθερούς όρους.
Αρχικά, έθεσε στο επίκεντρο τη γραφειοκρατία και τα θεσμικά εμπόδια που εξακολουθούν να λειτουργούν ανασταλτικά για την επιχειρηματική δραστηριότητα. «Η Ελλάδα χρειάζεται ένα γερό χτύπημα στη γραφειοκρατία της και στην άρση των αντικινήτρων», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο ενεργειακό κόστος, το οποίο – σύμφωνα με τον ίδιο – επιβαρύνει δυσανάλογα τη βιομηχανία σε σχέση με τα νοικοκυριά. «Το κόστος της ενέργειας δεν είναι ελληνικό πρόβλημα, είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Το κόστος της ενέργειας για τα νοικοκυριά στην Ελλάδα είναι 22% κάτω από την Ευρώπη, όταν το κόστος της βιομηχανίας είναι πολύ πάνω», ανέφερε ο κ. Θεοδωρόπουλος.
Επίσης, στάθηκε στα κίνητρα για επενδύσεις, ξεκαθαρίζοντας ότι η βιομηχανία δεν ζητά άμεσες επιδοτήσεις αλλά σταθερό φορολογικό περιβάλλον. «Δεν θέλουμε χρήματα στο χέρι. Είμαστε υπέρ των φορολογικών κινήτρων. Έχουμε καταθέσει την άποψή μας για την υπεραποσβέσεις που έχουν τεράστια πλεονεκτήματα».
Όπως εξήγησε, οι υπεραποσβέσεις επιτρέπουν ταχύτερη υλοποίηση επενδύσεων χωρίς χρονοβόρες διαδικασίες: «Η επιχείρηση μπορεί να κάνει την επένδυσή της την στιγμή που τη χρειάζεται χωρίς να χρειάζεται εγκρίσεις όπως γίνεται σήμερα με τους αναπτυξιακούς νόμους. Ποιος καλύτερος κριτής μιας νέας επένδυσης από την επιχείρηση που θα βάλει τα λεφτά της αλλά και από την τράπεζα που θα συγχρηματοδοτήσει μαζί με την επιχείρηση αυτή την επένδυση».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην παραγωγικότητα, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμο στοίχημα για την ελληνική οικονομία: «Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα το 2000 ήταν 38 ευρώ την ώρα. Η παραγωγικότητα της εργασίας το 2024 ήταν 37 ευρώ. Ένα ευρώ λιγότερο. Αναπτυχθήκαμε, ανεβάσαμε το ΑΕΠ αλλά την παραγωγικότητα δεν την προσέξαμε».
Ο ίδιος στάθηκε και στη δομή της ελληνικής επιχειρηματικότητας, επισημαίνοντας ότι η κυριαρχία πολύ μικρών επιχειρήσεων περιορίζει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και επενδύσεις. «Πρέπει να ξεπεράσουμε την παροιμία "μοναχός σου χόρευε και όσο θέλεις πήδα"», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη συγχωνεύσεων και μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχημάτων.
Καραβίας: Υποδομές και διασυνδέσεις «φρένο» στις επενδύσεις
Στις διαρθρωτικές αδυναμίες που περιορίζουν την ελκυστικότητα της χώρας για μεγάλες ξένες επενδύσεις αναφέρθηκε ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, κ. Φωκίων Καραβίας.
Όπως σημείωσε, η γεωγραφική θέση της Ελλάδας αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και πρόκληση, καθώς οι εμπορευματικές μεταφορές μέσω σιδηροδρόμου παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες. Μόλις το 1%–2% των μεταφορών πραγματοποιείται σιδηροδρομικά, έναντι 27% στη Σλοβενία.
Το ίδιο πρόβλημα εντοπίζεται και στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις με την υπόλοιπη Ευρώπη, οι οποίες χαρακτηρίζονται μικρής δυναμικότητας και περιορισμένες, γεγονός που επηρεάζει τόσο την ενεργειακή ασφάλεια όσο και την εξαγωγική δυνατότητα της χώρας.
Σχολιάζοντας τις τελευταίες διεθνείς εξελίξεις και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ο κ. Φ. Καραβίας προειδοποίησε ότι αν συνεχιστούν για μεγάλο διάστημα μπορεί να επηρεάσουν την οικονομία, την ενέργεια και τον τουρισμό.
Αναφερόμενος στη σημασία της πολιτικής σταθερότητας, τόνισε: «Κίνδυνος είναι και το θέμα της πολιτικής σταθερότητας. Στη χώρα μας υπάρχει μεγάλη διασύνδεση ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία και δυστυχώς έχουμε ένα ελάχιστο επίπεδο συναίνεσης σε πολιτικό επίπεδο».
Β. Καζάς: Τεχνητή νοημοσύνη και μέγεθος επιχειρήσεων
Ο διευθύνων σύμβουλος της Grant Thornton, κ. Βασίλειος Καζάς, στάθηκε στον μετασχηματισμό που φέρνουν η τεχνητή νοημοσύνη και οι αυτοματισμοί, τονίζοντας ότι αλλάζουν ριζικά τις οικονομικές προσδοκίες και τα επιχειρηματικά μοντέλα.
Η αύξηση της παραγωγικότητας, όπως ανέφερε, μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και την επανεκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού, ενώ προειδοποίησε ότι το σημερινό μοντέλο μικρών επιχειρήσεων δεν είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα, καθώς το 95% των ελληνικών εταιρειών απασχολεί λιγότερα από εννέα άτομα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο οικοσύστημα περίπου 40 ελληνικών private equity funds που διαχειρίζονται κεφάλαια ύψους 3 δισ. ευρώ, με τη συμμετοχή της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και των τραπεζών, τα οποία μπορούν να συμβάλουν σε συγχωνεύσεις, μεγέθυνση επιχειρήσεων και επενδύσεις σε τεχνολογία.
Χατζηδάκης: Έρχονται παρεμβάσεις για το ενεργειακό κόστος
Ο αντιπρόεδρος της Kυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, αναφέρθηκε στο ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας, επισημαίνοντας ότι σχετικές ανακοινώσεις αναμένονται το επόμενο διάστημα.
Παράλληλα, τόνισε ότι υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα για την προώθηση των ειδικών χωροταξικών σχεδίων σε τουρισμό, Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και βιομηχανία, με τις σχετικές εξελίξεις να τοποθετούνται έως το τέλος της άνοιξης.
Καραμούζης: Βελτίωση μακροοικονομικών, χωρίς επενδυτικό άλμα
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Grant Thornton Consulting, Δρ. Νικόλαος Β. Καραμούζης, σημείωσε ότι η ελληνική οικονομία έχει καταγράψει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια, χωρίς όμως να έχει επιτευχθεί ισχυρή επενδυτική δυναμική.
«Τα τελευταία χρόνια έχουμε βελτίωση των οικονομικών δεδομένων. Δεν έχουμε μπορέσει όμως να δημιουργήσουμε μια ισχυρή ώθηση παραγωγικών επενδύσεων, ένα άλμα που είναι απαραίτητο για τον τόπο», ανέφερε.
Όπως επισήμανε, η παραγωγικότητα παραμένει στο 58% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ενώ οι επενδύσεις κινούνται σε χαμηλά επίπεδα, παρά το γεγονός ότι η κερδοφορία των επιχειρήσεων και η αξία των εισηγμένων εταιρειών έχουν τετραπλασιαστεί.