Ο Όλντριτς Έιμς, πρώην αναλυτής αντικατασκοπείας της CIA, απεβίωσε στη φυλακή σε ηλικία 84 ετών, όπως ανακοίνωσαν οι αμερικανικές αρχές. Είχε καταδικαστεί το 1994 σε ισόβια κάθειρξη για κατασκοπεία υπέρ της Μόσχας.
Κατά τη διάρκεια των 31 ετών υπηρεσίας του στην CIA, ο Έιμς πούλησε κρίσιμες πληροφορίες στην τότε Σοβιετική Ένωση, αποκομίζοντας πάνω από 2,5 εκατομμύρια δολάρια. Η δράση του, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, έθεσε σε κίνδυνο δεκάδες μυστικές επιχειρήσεις και κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από δέκα διπλούς πράκτορες που εργάζονταν για τις ΗΠΑ.
Μαζί με τη σύζυγό του Ροσάριο, μετέφερε από το 1985 πληροφορίες στους σοβιετικούς. Η πολυτελής διαβίωση του ζευγαριού, με ακριβά αυτοκίνητα, ελβετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και υψηλές δαπάνες μέσω πιστωτικών καρτών, είχε κινήσει υποψίες στις αρχές.
Η αποκάλυψη της προδοσίας του το 1994 προκάλεσε σοβαρές εντάσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Η υπόθεση Έιμς συνέπεσε με την περίοδο μετάβασης της Ρωσίας προς τη «γκλάσνοστ» και το άνοιγμα στη Δύση, υπό την ηγεσία του Μπόρις Γέλτσιν.
Οι ψευδείς πληροφορίες που διοχέτευε ο Έιμς οδήγησαν σε λανθασμένες αποφάσεις τόσο τους Αμερικανούς προέδρους Ρόναλντ Ρέιγκαν και Τζορτζ Χέρμπερτ Ουόκερ Μπους, όσο και ανώτατους αξιωματούχους, επηρεάζοντας την αξιολόγηση των σοβιετικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Το σκάνδαλο οδήγησε σε παραίτηση τον τότε διευθυντή της CIA, Τζέιμς Γούλσι, ενώ ο διάδοχός του, Τζον Ντόιτς, προχώρησε σε εκτεταμένες αλλαγές και εκκαθαρίσεις στην υπηρεσία. Ο πρόεδρος Μπιλ Κλίντον χαρακτήρισε την υπόθεση «πολύ σοβαρή», επισημαίνοντας τον κίνδυνο για τις διμερείς σχέσεις με τη Μόσχα. Αντίθετα, το Κρεμλίνο προσπάθησε να υποβαθμίσει το γεγονός, με Ρώσο διπλωμάτη να χαρακτηρίζει τους Αμερικανούς «υπερβολικά συναισθηματικούς».
Ως αντίδραση, ο Λευκός Οίκος προχώρησε στην απέλαση του υψηλόβαθμου Ρώσου διπλωμάτη Αλεξάντερ Λισένκα, ο οποίος φερόταν να έχει εμπλοκή στην υπόθεση.