Ολοκληρώνεται σήμερα η προεκλογική εκστρατεία για τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στην Πορτογαλία, με τον υποψήφιο της ακροδεξιάς Αντρέ Βεντούρα να αναδεικνύεται ως το μεγάλο φαβορί, γεγονός που αποτελεί πρωτοφανές φαινόμενο για τη χώρα. Ωστόσο, οι πιθανότητες εκλογής του στον δεύτερο γύρο παραμένουν περιορισμένες.
Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, το κόμμα Chega («Αρκετά»), που ιδρύθηκε από τον Βεντούρα, προηγείται, αλλά δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς το ποιος υποψήφιος θα επικρατήσει στον δεύτερο γύρο, που θα διεξαχθεί στις 8 Φεβρουαρίου. Η διαδοχή του συντηρητικού προέδρου Μαρσέλο Ρεμπέλο ντε Σόουζα φαίνεται ανοιχτή, ενώ θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα υπάρξει νικητής από τον πρώτο γύρο, κάτι που έχει να συμβεί από το 1986.
Ορισμένες δημοσκοπήσεις προκρίνουν ως πιθανούς αντιπάλους στον δεύτερο γύρο τον Βεντούρα και τον σοσιαλιστή Αντόνιο Ζοζέ Σεγκούρο, ενώ άλλες φέρουν στη δεύτερη θέση τον Λουίς Μάρκες Μέντες, τον υποψήφιο που στηρίζει η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Λουίς Μοντενέγκρο.
Ανάμεσα στους 11 συνολικά υποψηφίους – αριθμός ρεκόρ για τη χώρα – δύο ακόμη διατηρούν πιθανότητες πρόκρισης στον δεύτερο γύρο: ο απόστρατος ναύαρχος Ενρίκε Γκουβέια ε Μέλο, που διακρίθηκε στην εκστρατεία εμβολιασμού κατά την πανδημία, και ο φιλελεύθερος ευρωβουλευτής Ζοάο Κοτρίμ Φιγεϊρέντο.
Το Chega, που ιδρύθηκε το 2019, απέσπασε ποσοστό 22,8% στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου και εξέλεξε 60 βουλευτές, ξεπερνώντας το Σοσιαλιστικό Κόμμα και καθιερώνοντας τον Βεντούρα ως ηγέτη της αντιπολίτευσης. Παρά το γεγονός ότι ο ρόλος του προέδρου στην Πορτογαλία δεν είναι εκτελεστικός, ο Βεντούρα κατέρχεται στις προεδρικές εκλογές με στόχο να αποτρέψει την εκλογή του ναυάρχου Γκουβέια ε Μέλο, ο οποίος είχε υιοθετήσει επικριτική στάση απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα και θεωρείτο φαβορί για μήνες.
Σύμφωνα με τον πολιτικό αναλυτή Αντόνιο Κόστα Πίντο του Ινστιτούτου Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Λισαβόνας, ο Βεντούρα επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει τη βάση του. Όπως σημειώνει, η Πορτογαλία θα μπορούσε να βιώσει μια πολιτική στροφή παρόμοια με εκείνη της Γαλλίας το 2002, όταν ο Ζαν-Μαρί Λεπέν πέρασε στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. «Αλλά δεν είναι τόσο μεγάλη η έκπληξη, βιώνουμε ήδη το κύμα» ανόδου της ακροδεξιάς σε παγκόσμιο επίπεδο, προσθέτει.
Υποστηρικτές του Βεντούρα, όπως ο Ζοζέ Τεϊσέιρα, δηλώνουν αισιόδοξοι για την πορεία του κόμματος, τονίζοντας ότι ακόμη και χωρίς νίκη, η εκστρατεία συνέβαλε στην περαιτέρω ενδυνάμωσή του.
Η ενίσχυση της ακροδεξιάς ενδέχεται να περιπλέξει το έργο της κυβέρνησης μειοψηφίας του Λουίς Μοντενέγκρο, η οποία βασίζεται στις ψήφους του Chega για την υλοποίηση βασικών μέτρων. Ο Μοντενέγκρο στηρίζει την υποψηφιότητα του Λουίς Μάρκες Μέντες, ελπίζοντας στην αύξηση των ποσοστών του έμπειρου πολιτικού. Ωστόσο, ο Μέντες εμφανίζεται πίσω στις δημοσκοπήσεις από τον σοσιαλιστή Σεγκούρο, ο οποίος προβάλλει ως ο μοναδικός ικανός να αντιμετωπίσει τον εξτρεμισμό του Βεντούρα.
Ο Γκουβέια ε Μέλο, αν και ξεκίνησε ως φαβορί, έχει υποχωρήσει δημοσκοπικά λόγω αδύναμων εμφανίσεων στα τηλεοπτικά ντιμπέιτ και της έλλειψης κομματικής στήριξης. Από την άλλη, ο φιλελεύθερος Ζοάο Κοτρίμ Φιγεϊρέντο πραγματοποίησε μια δυναμική εκστρατεία, αλλά η άνοδός του επηρεάστηκε αρνητικά από κατηγορίες για παρενόχληση πρώην συνεργάτιδάς του.