Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχωρούν επίσημα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), παρά τις προειδοποιήσεις για τις επιπτώσεις που θα έχει αυτή η κίνηση στην υγεία τόσο εντός των ΗΠΑ όσο και διεθνώς.
Η απόφαση αυτή αγνοεί παράλληλα αμερικανική νομοθεσία που προβλέπει την υποχρέωση της Ουάσινγκτον να καταβάλει στον οργανισμό του ΟΗΕ οφειλές ύψους 260 εκατ. δολαρίων.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αποφάσισε την αποχώρηση της χώρας από τον ΠΟΥ με εκτελεστικό διάταγμα, το οποίο τίθεται σε ισχύ από τον Ιανουάριο του 2025, στην αρχή της δεύτερης θητείας του.
Σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, η Ουάσινγκτον οφείλει να ενημερώσει τον ΠΟΥ ένα χρόνο πριν και να εξοφλήσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις.
Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε ότι η αποτυχία του ΠΟΥ να διαχειριστεί και να μοιραστεί κρίσιμες πληροφορίες κόστισε στις ΗΠΑ τρισεκατομμύρια δολάρια. Επιπλέον, ο Τραμπ διέκοψε κάθε μεταφορά αμερικανικών κρατικών κεφαλαίων ή άλλης υποστήριξης προς τον οργανισμό.
Όπως σημείωσε ο εκπρόσωπος, «ο αμερικανικός λαός έχει πληρώσει ήδη υπερβολικά χρήματα σε αυτό τον οργανισμό και αυτό το οικονομικό πλήγμα υπερβαίνει κάθε προκαταβολή για οποιεσδήποτε χρηματικές υποχρεώσεις προς τον οργανισμό».
Κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, ειδικοί στον τομέα της παγκόσμιας υγείας κάλεσαν τις ΗΠΑ να επανεξετάσουν την απόφασή τους, ενώ πρόσφατα παρόμοια έκκληση απηύθυνε και ο γενικός γραμματέας του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους.
Ο Τέντρος δήλωσε στους δημοσιογράφους τον Ιανουάριο: «Ελπίζω οι ΗΠΑ να το ξανασκεφτούν και να επιστρέψουν στον ΠΟΥ. Η απόσυρση από τον ΠΟΥ αποτελεί απώλεια για τις ΗΠΑ και απώλεια για τον υπόλοιπο κόσμο».
Ο ΠΟΥ ανέφερε ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν καταβάλει ακόμη τις οφειλές τους για το 2024 και το 2025. Τα κράτη μέλη του οργανισμού θα συζητήσουν την αποχώρηση των ΗΠΑ και τη διαχείρισή της τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με εκπρόσωπο του ΠΟΥ.
Σε δηλώσεις του στο Reuters από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ο Μπιλ Γκέιτς, επικεφαλής του ιδρύματος Gates και βασικός δωρητής πρωτοβουλιών δημόσιας υγείας, εκτίμησε ότι δεν αναμένει άμεση επανένταξη των ΗΠΑ στον ΠΟΥ.
«Δεν πιστεύω ότι οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν στον ΠΟΥ στο άμεσο μέλλον», δήλωσε, προσθέτοντας πως εφόσον έχει τη δυνατότητα, θα προωθήσει την ιδέα αυτή. «Ο κόσμος χρειάζεται τον ΠΟΥ», τόνισε.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ έχει προκαλέσει οικονομική κρίση στον ΠΟΥ, οδηγώντας σε μείωση της ομάδας διαχείρισης στο ήμισυ και περιορισμό του έργου του. Παράλληλα, ο οργανισμός σχεδιάζει να απολύσει περίπου το 25% των εργαζομένων του μέχρι τα μέσα του έτους.
Η Ουάσινγκτον ήταν παραδοσιακά ο σημαντικότερος δωρητής του ΠΟΥ, συνεισφέροντας περίπου το 18% της συνολικής χρηματοδότησης του οργανισμού.
Το προηγούμενο έτος, ο ΠΟΥ συνέχισε να μοιράζεται πληροφορίες με τις ΗΠΑ, ωστόσο πλέον δεν είναι σαφές αν και πώς θα συνεχιστεί η συνεργασία.
Ειδικοί στον τομέα της υγείας προειδοποιούν ότι η διακοπή της συνεργασίας ενέχει κινδύνους τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τον ΠΟΥ και τη διεθνή κοινότητα.
Η Κέλι Χένινγκ, επικεφαλής του προγράμματος δημόσιας υγείας του Bloomberg Philanthropies, υπογράμμισε ότι «η απόσυρση των ΗΠΑ από τον ΠΟΥ ενδέχεται να αποδυναμώσει συστήματα και συνεργασίες στα οποία βασίζεται ο κόσμος για να εντοπίζει, να προλαμβάνει και να αντιμετωπίζει υγειονομικές απειλές».