Η γερμανική κυβέρνηση αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την οικονομική ανάπτυξη το 2024, εκτιμώντας ότι θα διαμορφωθεί στο 1%, σύμφωνα με δηλώσεις της υπουργού Οικονομίας, Κατερίνας Ράιχε.
Όπως ανέφερε η κ. Ράιχε, η Γερμανία απέφυγε οριακά το ενδεχόμενο τρίτης συνεχόμενης ύφεσης το 2025, καταγράφοντας ανάπτυξη μόλις 0,2%. Η ασθενέστερη ανάκαμψη του δεύτερου εξαμήνου του 2025 επηρέασε αρνητικά την εκκίνηση της νέας χρονιάς. Παράλληλα, οι κρατικές δαπάνες για υποδομές, προστασία του κλίματος και ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων αποδίδουν βραδύτερα από το αναμενόμενο.
Η κυβέρνηση θεωρεί τις δημόσιες επενδύσεις βασικό μοχλό ενίσχυσης της οικονομίας, εκτιμώντας ότι θα συμβάλουν κατά περίπου 2/3 της μονάδας στην αύξηση του ΑΕΠ το 2026. Ιδιαίτερα οφέλη αναμένονται στους τομείς των κατασκευών και των εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Ωστόσο, οι γερμανικές εξαγωγές παραμένουν αδύναμες, επηρεασμένες από τους υψηλότερους δασμούς των ΗΠΑ και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα. Η υπουργός Οικονομίας σημείωσε ότι «οι παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές παραμένουν δύσκολες παρά τη συνολική ισχυρή ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας και του εμπορίου», ενώ χαρακτήρισε τις νέες εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ με την Ινδία και τις χώρες Mercosur ως ευκαιρίες για διεύρυνση των αγορών γερμανικών προϊόντων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο πληθωρισμός το 2024 θα διαμορφωθεί στο 2,1%, ελαφρώς χαμηλότερα σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, ενώ το 2025 ο μέσος ετήσιος ρυθμός ήταν 2,2%. Παράλληλα, προβλέπεται μικρή μείωση της ανεργίας, η οποία παραμένει στο 6,9%. Ο αδύναμος βιομηχανικός τομέας το 2025 άφησε «σαφή σημάδια», καθώς αρκετές εταιρείες προχώρησαν σε περικοπές προσωπικού, σύμφωνα με την κ. Ράιχε.
Οι ίδιες οι επιχειρήσεις αποδίδουν τα προβλήματα της οικονομίας και σε εσωτερικούς παράγοντες, όπως το υψηλό ενεργειακό κόστος σε σύγκριση με άλλες χώρες, τη φορολογία και την έντονη γραφειοκρατία.