Ο θάνατος πρόσφυγα από τη Μιανμάρ, ο οποίος βρέθηκε νεκρός στην πολιτεία της Νέας Υόρκης εν μέσω πολικού ψύχους, χαρακτηρίστηκε ανθρωποκτονία από τις υγειονομικές αρχές της περιοχής. Ο άνδρας είχε αφεθεί ελεύθερος λίγες ημέρες νωρίτερα από κέντρο κράτησης μεταναστών, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις σχετικά με τη διαχείριση των μεταναστευτικών υποθέσεων στις ΗΠΑ.
Το σώμα του Νουρούλ Αμίν Σα Αλάμ, 56 ετών, εντοπίστηκε το βράδυ της 24ης Φεβρουαρίου σε δρόμο του Μπάφαλο, κοντά στα σύνορα με τον Καναδά. Ο θάνατός του προκάλεσε έντονη αγανάκτηση, εν μέσω της αντιμεταναστευτικής πολιτικής που εφαρμόζεται από την κυβέρνηση του ρεπουμπλικάνου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Η ιατροδικαστική υπηρεσία της κομητείας Ίρι ανακοίνωσε ότι ο θάνατος του Σα Αλάμ προήλθε από «επιπλοκές διάτρησης έλκους του δωδεκαδακτύλου που επιδεινώθηκαν από την υποθερμία και την αφυδάτωση». Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, ο θάνατος κατατάσσεται πλέον στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας.
Σύμφωνα με τοπικά μέσα ενημέρωσης, ο πρόσφυγας ήταν σχεδόν τυφλός και δεν μιλούσε αγγλικά. Πέντε ημέρες πριν τον θάνατό του, είχε αφεθεί από πράκτορες της αστυνομίας συνόρων (CBP) σε καφέ-εστιατόριο της πόλης. Το πτώμα του βρέθηκε περίπου έξι χιλιόμετρα μακριά από το σημείο εκείνο.
Η ιατρική υπηρεσία της κομητείας διευκρίνισε ότι «ο όρος ‘ανθρωποκτονία’ αναφέρεται σε θάνατο που υπήρξε αποτέλεσμα ηθελημένης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης αμέλειας ή παράλειψης», χωρίς να υπονοεί πρόθεση πρόκλησης βλάβης ή θανάτου.
Οι συγγενείς του Σα Αλάμ ενημερώθηκαν για τα αποτελέσματα της έρευνας, όπως ανακοίνωσε η υπηρεσία υγείας της κομητείας.
Ο δήμαρχος του Μπάφαλο, ο δημοκρατικός πολιτικός Σον Ράιαν, χαρακτήρισε τα συμπεράσματα «συνταρακτικά» και έκανε λόγο για «παράλειψη καθήκοντος» εκ μέρους των ομοσπονδιακών αστυνομικών.
Από την πλευρά της, η αστυνομία τελωνείων και συνόρων (CBP) ανέφερε ότι οι πράκτορές της αποφάσισαν να μεταφέρουν τον άνδρα σε «ασφαλές μέρος, κάπου ζεστά, κοντά στην τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας του». Η υπηρεσία είχε επίσης σημειώσει πως «δεν παρουσίαζε καμιά ένδειξη καταπόνησης, προβλήματος κινητικότητας ή αναπηρίας που απαιτούσε ειδική βοήθεια».