Η Εθνική Οικονομική Εισαγγελία της Γαλλίας ανακοίνωσε την αρχειοθέτηση της έρευνας για την αμοιβή του προέδρου της οργανωτικής επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων Παρίσι-2024, Τονί Εστανγκέ, επικαλούμενη ένα «νομικό σφάλμα που διαπράχθηκε καλόπιστα».
Το θέμα των αμοιβών των βασικών στελεχών της οργανωτικής επιτροπής είχε προκαλέσει συζητήσεις μετά την ανάθεση των Αγώνων στο Παρίσι από τη ΔΟΕ τον Σεπτέμβριο του 2017. Ιδιαίτερη προσοχή συγκέντρωσε η περίπτωση του Τονί Εστανγκέ, τρις Ολυμπιονίκη της Γαλλίας στο κανόε (2000, 2004, 2012), ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα προέδρου το 2018.
Ο πρώην αθλητής, γνωστός για την επιμονή του σε «υποδειγματικούς» Ολυμπιακούς Αγώνες, αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας που ξεκίνησε την 1η Φεβρουαρίου 2024 από την οικονομική εισαγγελία.
Η έρευνα αφορούσε υποψίες για «παράνομη σύγκρουση συμφερόντων», «ευνοιοκρατία» και «υπεξαίρεση δημόσιων πόρων», αναφορικά με το καθεστώς και το ύψος της αμοιβής του κ. Εστανγκέ, αρχικά ως μισθωτού και στη συνέχεια ως ελεύθερου επαγγελματία, κατά τη διάρκεια της θητείας του στους Αγώνες.
Η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από πληροφορίες που αποκάλυψε η εφημερίδα Le Canard Enchaîné και επιβεβαιώθηκαν από δύο εκθέσεις της Γαλλικής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Διαφθοράς, στο πλαίσιο ελέγχου της οργανωτικής επιτροπής.
Την Παρασκευή (3/4), ο επικεφαλής της οικονομικής εισαγγελίας, Πασκάλ Πρας, ανακοίνωσε την οριστική αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Όπως διευκρίνισε, «διάφορες διοικητικές και νομικές αρχές» δεν είχαν ποτέ επισημάνει στον κ. Εστανγκέ την ανάγκη προσφυγής στους κανόνες δημοσίων συμβάσεων, όταν η σχέση του με την επιτροπή μετατράπηκε από μισθωτή εργασία σε παροχή υπηρεσιών.
«Δεν αποφασίζω εγώ για την αμοιβή μου ούτε για το πλαίσιό της», είχε δηλώσει ο πρώην πρωταθλητής τον Φεβρουάριο του 2024, εξηγώντας ότι το σύστημα που εφαρμόστηκε προέβλεπε τη δημιουργία ειδικής δομής για τιμολόγηση της οργανωτικής επιτροπής.
Ο Τονί Εστανγκέ είχε καταθέσει ως «ελεύθερος ύποπτος» στις 29 Φεβρουαρίου, ενώ τα «στοιχεία υπεράσπισης» που παρουσίασε επιβεβαιώθηκαν από την αξιολόγηση των ερευνών. Ο Πασκάλ Πρας κατέληξε ότι επρόκειτο για ένα «νομικό σφάλμα που διαπράχθηκε καλόπιστα», κλείνοντας έτσι την πολύκροτη υπόθεση.