Οι πρώτοι Μυτιληνιοί αιχμάλωτοι έφτασαν στο λιμάνι της Μυτιλήνης το Μεγάλο Σάββατο, 7 Απριλίου 1923, προκαλώντας πρωτοφανή συγκίνηση στην πόλη. Από νωρίς το μεσημέρι η είδηση του ερχομού τους είχε διαδοθεί και πλήθος κόσμου, πρόσφυγες και ντόπιοι, κατέκλυσαν το λιμάνι για να υποδεχθούν φίλους και συγγενείς.
Σύμφωνα με τον τοπικό Τύπο της εποχής, που φυλάσσεται στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης, το γεγονός είχε συγκλονίσει την κοινωνία. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «μόλις ξεμύτησε το καράβι απ’ τον κάβο της Αγριλιάς, στο μουράγιο, στα φανάρια και στο Μώλο, μυρμηγκιά τα πλήθη, περιμένουν με αγωνία και με περιέργεια το θλιβερό το θέαμα».
Η εικόνα των αφιχθέντων ήταν σπαρακτική. Αμίλητοι και ανέκφραστοι, έμοιαζαν σα να ζουν σε έναν δικό τους κόσμο. Η εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος» στις 10 Απριλίου 1923 σημείωνε: «Είναι πραγματικά σπαρακτική η όψις των δυστυχισμένων αυτών θυμάτων της προδοσίας. Νομίζει κανείς ότι βλέπει σκιάς κινουμένας ή φαντάσματα». Την ίδια μέρα, η εφημερίδα «Καμπάνα» περιέγραφε: «Μας κοιτάζουν με το σβησμένο βλέμμα τους... μας φαίνεται απίστευτο! Απίστευτο!», ενώ «Η Σάλπιγξ» τόνιζε: «Ήτο απερίγραπτος η χαρά και ο ενθουσιασμός των ατυχών νέων ευθύς ως αντίκρυσαν την Πατρίδα των».
Με την αποβίβασή τους, το πλήθος τους περικύκλωσε, αναζητώντας πληροφορίες για αγαπημένα πρόσωπα. Οι έφεδροι είχαν ετοιμάσει μια λιτή αλλά συγκινητική υποδοχή στο «Πανελλήνιον». «Ένας γεροντάκος και μια χαροκαμένη γρηούλα... δεν πιστεύουν οι κακόμοιροι ότι ευρίσκονται πλέον εις την πατρίδα των», έγραφε «Η Σάλπιγξ», αποτυπώνοντας τη δραματική ένταση της στιγμής.
Ενημερωμένοι από τηλεγράφημα που είχε σταλεί από τη Χίο, οι έφεδροι κινητοποιήθηκαν άμεσα. Μέσα σε λίγες ώρες συγκέντρωσαν χρήματα από εράνους στην αγορά και στα καφενεία, ώστε να προσφέρουν τροφή, ρούχα, διαμονή και ένα μικρό χαρτζιλίκι στους πρώην συμπολεμιστές τους. Ο απλός κόσμος, παρά τη φτώχεια του, συνεισέφερε γενναιόδωρα, προσφέροντας πέρα από τις δυνατότητές του.
Οι έρανοι συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες, εξασφαλίζοντας στους αιχμαλώτους τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους. Η στάση αυτή της τοπικής κοινωνίας της Μυτιλήνης αντιπαραβάλλεται με όσα συνέβησαν στην Αθήνα, όπου πολλοί αιχμάλωτοι περιφέρονταν ζητιανεύοντας. Όπως κατέληγε «Η Σάλπιγξ»: «Είνε τόσον αποτρόπαιον και εξευτελιστικόν το εκεί σημειωθέν άτοπον, ώστε δικαιούμεθα ημίς οι εν Μυτιλήνη να καυχώμεθα ότι συνετελέσαμεν εις το να μη υποστώσιν οι προσφιλείς μας επανερχόμενοι έναν εξευτελισμόν χειρότερον εκείνον που υπέστησαν εις χείρας των Τούρκων».