Στον «πάγο» φαίνεται να μπαίνει το σχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, βασισμένο στο ιταλικό μοντέλο, υπό το βάρος των Βρυξελλών.
Και ενώ εδώ και καιρό είχε τεθεί στο τραπέζι ένας συνδυασμός του ιταλικού μοντέλου με άλλα μέτρα, όπως η ενίσχυση του μηχανισμού αντιστάθμισης των έμμεσων εκπομπών CO2, όλα δείχνουν ότι υπολογίζαμε χωρίς τον… «ξενοδόχο».
Η Κομισιόν φαίνεται να μην εγκρίνει κάτι τέτοιο, με το ΥΠΕΝ να στρέφεται πλέον στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων με τον μηχανισμό αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους CO₂, σύμφωνα με τις νέες ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές, να μπαίνει στο τραπέζι των συζητήσεων.
Καμία επίσημη ενημέρωση στη βιομηχανία
Στον απόηχο των εξελίξεων αυτών, ο Πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνιος Κοντολέων, εκφράζει στο BD το έντονο προβληματισμό του για τους χειρισμούς του ΥΠΕΝ. Μάλιστα, σήμερα έχει προγραμματιστεί συνάντησή του με εκπροσώπους του Υπουργείου, όπου να ενημερωθεί για να έχει μία συνολική εικόνα για τις εναλλακτικές που βρίσκονται υπό εξέταση.
Σύμφωνα με τον κ. Κοντολέων, χάθηκε πολύτιμος χρόνος, καθώς επί μήνες υπήρχαν συζητήσεις για το ιταλικό μοντέλο χωρίς τελικά αποτέλεσμα, ενώ προειδοποίησε ότι αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες που κυκλοφορούν, πρόκειται για πλήρη ανατροπή όσων σχεδιάζονταν επί τόσους μήνες και μάλιστα ερήμην της βιομηχανίας.
«Ως ΕΒΙΚΕΝ θα τοποθετηθούμε αφού λάβουμε πλήρη και επίσημη ενημέρωση, ώστε να δούμε ποια είναι τελικά η πρόταση του Υπουργείου.
Χάσαμε 5-6 μήνες. Συζητούσαν επί μήνες με τον ΣΕΒ και τελικά καταλήγουν στο μηδέν. Αν ισχύουν όσα γράφονται, μιλάμε για πλήρη ανατροπή όσων σχεδιάζονταν επί τόσους μήνες, ερήμην μας», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στο ιταλικό μοντέλο στήριξης, σημείωσε ότι η ΕΒΙΚΕΝ το είχε ζητήσει εγκαίρως, επισημαίνοντας από νωρίς ότι πρόκειται για κρατική ενίσχυση που απαιτούσε έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γεγονός που τελικά επιβεβαιώθηκε.
«Το ιταλικό μοντέλο το ζητούσαμε έναν χρόνο πριν, πολύ πριν τον ΣΕΒ. Τον Σεπτέμβριο είπαμε ξεκάθαρα ότι πρόκειται για κρατική ενίσχυση και πρέπει να πάει στην Κομισιόν για έγκριση. Τότε έπεσαν να μας “φάνε”. Τελικά δικαιωθήκαμε. Τα είπαμε εγκαίρως, όμως ο ΣΕΒ ζητούσε 300 εκατ. ευρώ. Εμείς, στη συνάντησή μας με τον κ. Τσάφο, ήμασταν προσγειωμένοι, ρωτήσαμε πόσα χρήματα υπάρχουν και τι μπορεί να δοθεί».
«Υπάρχει, τελικά, βούληση να στηριχθεί η βιομηχανία; Γιατί δεν εφαρμόζεται σωστά το ΕΤΜΕΑΡ, ενώ μας οφείλονται χρήματα από το 2022; Συνεχίζουμε να πληρώνουμε ΕΤΜΕΑΡ 8,78 ευρώ/MWh ενώ θα έπρεπε να είναι 2,5 ευρώ. Μας οφείλονται 17 εκατ. ευρώ ετησίως από το ΕΤΜΕΑΡ, τα οποία δεν αποδίδονται, ενώ χαρίζονται 70 εκατ. ευρώ σε σούπερ μάρκετ και άλλους που δεν δικαιούνται μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ.
Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι δεν κατέστη δυνατό να εφαρμοστεί το ιταλικό μοντέλο, πού είναι η έμπρακτη στήριξη της βιομηχανίας; Γιατί επιβάλλεται αύξηση 32% στις χρεώσεις δικτύου, δηλαδή τουλάχιστον 4 ευρώ/MWh, και αυτό περνάει έτσι;», συνεχίζει.
Επιπλέον, ο κ. Κοντολέων αναφέρθηκε σε εξελίξεις που επηρεάζουν αρνητικά το ύψος της αντιστάθμισης των έμμεσων εκπομπών CO2, λόγω της αναθεώρησης του ενεργειακού αποτυπώματος της χώρας.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΒΙΚΕΝ, «δεχόμαστε μια εθνική ήττα. Στις 23 Δεκεμβρίου εκδόθηκε απόφαση για την αντιστάθμιση σύμφωνα με την οποία η χώρα εμφανίζεται να έχει βελτιώσει το αποτύπωμά της, από 0,73 τόνους CO₂/MWh σε 0,58.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ποσών της αντιστάθμισης, ενώ υπήρχε δυνατότητα να υποστηριχθεί η ελληνική θέση με βάση τις πραγματικές τιμές της αγοράς, οι οποίες επηρεάζονται από τη Βουλγαρία, που καίει λιγνίτη και έχει αποτύπωμα 0,9 τόνους/MWh».
«Γιατί ενώ μπήκε σε λειτουργία η διασύνδεση με την Κρήτη και με τις Κυκλάδες δεν μειώνονται τα ΥΚΩ; Καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του ελλείμματος έπαιξε η μεταφορά 460 εκατ. ευρώ από τον ΕΛΥΚΩ στο Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης, για να επιδοτηθούν οι οικιακοί καταναλωτές.
Η αύξηση των χρεώσεων δικτύου δεν περιλαμβάνει ακόμη την Κρήτη αφορά κυρίως τις ΑΠΕ. Όταν ενταχθεί και η Κρήτη, το πρόβλημα θα είναι ακόμη μεγαλύτερο», καταλήγει.
Γιατί η Κομισιόν δεν εγκρίνει το ιταλικό για την Ελλάδα
Το αποκαλούμενο «ιταλικό μοντέλο» στηρίζεται στην έννοια του «ενεργειακού δανείου». Παρέχει, δηλαδή, σε ενεργοβόρες επιχειρήσεις φθηνή ηλεκτρική ενέργεια τα πρώτα τρία χρόνια, με την προϋπόθεση ότι θα επιστρέψουν την ωφέλεια μέσω επενδύσεων σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) σε βάθος 20ετίας.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Ιταλία εφάρμοσε το σχήμα το καλοκαίρι του 2024 χωρίς να περιμένει επίσημη έγκριση της Κομισιόν, προκαλώντας τότε αντιδράσεις.
Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις και την παρουσίαση στοιχείων που έδειξαν πως το όφελος αποπληρώνεται πλήρως σε βάθος χρόνου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τον Ιούνιο του 2025 επιστολή «καθησυχασμού», κρίνoντας το μέτρο συμβατό με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.
Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, η Κομισιόν θεωρεί ότι αυτό συνέβη σε μια περίοδο όπου δεν υπήρχε θεσμοθετημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο στήριξης της βιομηχανίας, ενώ σήμερα με την ενεργοποίηση του νέου Πλαισίου Κρατικών Ενισχύσεων για την Καθαρή Βιομηχανία (CISAF), η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υφίσταται πλέον ανάγκη για εθνικά σχήματα αυτού του τύπου.
Παράλληλα, ο συνδυασμός του ιταλικού μοντέλου με άλλα εργαλεία στήριξης, όπως η ενίσχυση του μηχανισμού αντιστάθμισης των έμμεσων εκπομπών CO2, όπως προέβλεπε η ελληνική πρόταση, αποτέλεσε ένα ακόμη «αγκάθι» στις διαπραγματεύσεις.
Η συνολική δέσμη παρεμβάσεων που είχε σχεδιάσει το ΥΠΕΝ αντιστοιχούσε σε έναν ετήσιο προϋπολογισμό της τάξης των 150 εκατ. ευρώ για μία τριετία.
Για την Κομισιόν το CISAF επαρκεί από μόνο του για τη στήριξη των βιομηχανικών καταναλωτών, χωρίς να απαιτείται σώρευση ενισχύσεων.
Στροφή ΥΠΕΝ σε εναλλακτικές λύσεις
Καθώς οποιαδήποτε μονομερής εφαρμογή του σχήματος χωρίς την έγκριση της Κομισιόν θα ισοδυναμούσε με ανοιχτή σύγκρουση με τις Βρυξέλλες, το ΥΠΕΝ στρέφεται πλέον στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.
Δεδομένου ότι, όπως έχει εδώ και καιρό ξεκαθαριστεί, δεν υπάρχει περιθώριο άμεσης δημοσιονομικής ενίσχυσης από τον κρατικό προϋπολογισμό, βασικός χρηματοδοτικός πυλώνας του νέου σχήματος αναδεικνύονται τα έσοδα από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπών στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών της ΕΕ (ETS).
Σήμερα, περίπου το 20% των ετήσιων εσόδων (περί τα 200 εκατ. ευρώ από συνολικά 1 δισ. ευρώ) κατευθύνεται στη βιομηχανία μέσω της αντιστάθμισης.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο, ωστόσο, επιτρέπει την αύξηση του ποσοστού έως το 25%, γεγονός που θα μπορούσε να «ξεκλειδώσει» πρόσθετους πόρους της τάξης των 50 εκατ. ευρώ ετησίως, ενισχύοντας τη ρευστότητα και την ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων επιχειρήσεων.
Στον νέο σχεδιασμό περιλαμβάνεται και η διεύρυνση της λίστας των επιλέξιμων κλάδων. Συγκεκριμένα, προστίθενται 20 νέοι τομείς και δύο νέοι υποτομείς, με ένταση ενίσχυσης που φτάνει το 75%, ενώ για τους ήδη επιλέξιμους «παλαιούς» κλάδους όπως ο σίδηρος και ο χάλυβας η ενίσχυση αυξάνεται στο 80%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόθεση του ΥΠΕΝ να εντάξει και την τσιμεντοβιομηχανία στον μηχανισμό αντιστάθμισης, αναγνωρίζοντας τον αυξημένο ανταγωνισμό που δέχεται από τρίτες χώρες, όπως η Τουρκία, όπου δεν υφίσταται κόστος δικαιωμάτων ρύπων.
Σύμφωνα με στελέχη του ΥΠΕΝ, το βασικό πλεονέκτημα της αντιστάθμισης είναι ότι μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα, χωρίς να επιβαρύνει τις επιχειρήσεις με πολύπλοκους μηχανισμούς επιστροφής ενισχύσεων.