Οι πληρωμές με κάρτα έχουν πλέον παγιωθεί ως η κυρίαρχη επιλογή των καταναλωτών στην Ελλάδα, με τους πολίτες να πραγματοποιούν το πρώτο εξάμηνο του 2025 το 72,95% των συναλλαγών τους με πλαστικό χρήμα.
Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όπου οι πληρωμές με κάρτα αντιστοιχούν στο 58,69%, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει και η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, σύμφωνα με την οποία το διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου 2025 οι πολίτες της Ελλάδας πραγματοποίησαν 1,325 δισ. συναλλαγές με πλαστικό χρήμα, αξίας 57 δισ. ευρώ.
Επιπλέον, οι εν ενεργεία χρεωστικές κάρτες αυξήθηκαν κατά 6% τον Ιούνιο του 2025 σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2024, ενώ ο αριθμός των πιστωτικών καρτών σημείωσε μικρή άνοδο κατά 1%, δείχνοντας μια σαφή στροφή προς τις ηλεκτρονικές πληρωμές.
Όσον αφορά στη μέση αξία ανά συναλλαγή, αυτή μειώθηκε κατά 4,5% για το σύνολο των καρτών σε 43 ευρώ, από 45 ευρώ το δεύτερο εξάμηνο του 2024. Η πτωτική αυτή πορεία δεν είναι κάτι αρνητικό, αντιθέτως καταδεικνύει την εξοικείωση των πολιτών με τις κάρτες ως μέσο πληρωμών, αλλά και τη συνεχή χρήση τους για αγορές χαμηλής αξίας.
Η στροφή των Ελλήνων προς τις ηλεκτρονικές πληρωμές εκτός από τον περιορισμό της χρήσης μετρητών έχει «φουσκώσει» και τα ταμεία του κράτους, καθώς εκτιμάται πως πρόσθεσαν τουλάχιστον 400 εκατ. ευρώ στα φορολογικά έσοδα του κράτους το 2024.
Ουσιαστικά, κάθε 10 ευρώ νέων δαπανών με κάρτες το 2024 εκτιμάται ότι αφορούσε κατά μέσο όρο τουλάχιστον 0,5 ευρώ προηγουμένως αδήλωτων εσόδων ΦΠΑ, σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών
Μάλιστα, στοιχεία από ολόκληρη την Ευρωζώνη επιβεβαιώνουν πως όσο περισσότερες κάρτες χρησιμοποιούνται στις πληρωμές έναντι των μετρητών, τόσο μικρότερη είναι και η απώλεια εσόδων ΦΠΑ.
Πάνω από 540 εκατομμύρια συναλλαγές μέσω της ΔΙΑΣ
Αξίζει να αναφερθεί πως το Σύστημα Πληρωμών ΔΙΑΣ διαχειρίστηκε 540,4 εκατομμύρια συναλλαγές κατά τη διάρκεια του 2025, αυξημένες κατά 15,7% σε ετήσια βάση, ενώ η συνολική αξία τους ανήλθε σε 544,4 δισ. ευρώ, καταγράφοντας νέο ιστορικό υψηλό στα 36 χρόνια λειτουργίας της εταιρείας.
«Το 2025 ανέδειξε ότι οι ψηφιακές πληρωμές στην Ελλάδα δεν ακολουθούν απλώς την οικονομική ανάπτυξη - τη διαμορφώνουν. Οι άμεσες πληρωμές εξελίσσονται σε καθολικές υπηρεσίες καθημερινών συναλλαγών για ιδιώτες, επαγγελματίες και επιχειρήσεις, ενισχύοντας τη διαφάνεια, τη ρευστότητα και τη χρηματοοικονομική συμπερίληψη στη χώρα» έχει δηλώσει σχετικά η Σταυρούλα Καμπουρίδου, CEO της ΔΙΑΣ Α.Ε.
Η εικόνα στην Ευρωζώνη
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, το πρώτο εξάμηνο του 2025 πραγματοποιήθηκαν 77,7 δισεκατομμύρια συναλλαγές που δεν αφορούσαν τα μετρητά, 7,7% υψηλότερος σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2024, με συνολική αξία των συναλλαγών αυτών ανέρχεται στα 116 τρισ. ευρώ, 2,9% υψηλότερη από ό,τι το πρώτο εξάμηνο του 2024.
Από αυτές τις συναλλαγές, το 57% αφορούσε πληρωμές με κάρτα, ενώ το 22% ήταν μεταφορές πιστώσεων, οι άμεσες χρεώσεις το 14% και οι πληρωμές με ηλεκτρονικό χρήμα το 6%. Συνολικά, ο αριθμός των πληρωμών με κάρτα εντός της ζώνης του ευρώ ανήλθε σε 44 δισεκατομμύρια, σημειώνοντας αύξηση 9,6% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2024.
Αξιοσημείωτη αύξηση της τάξης του +12,8% σημείωσαν οι ανέπαφες πληρωμές με κάρτα, οι οποίες ανήλθαν σε 29,6 δισεκατομμύρια συναλλαγές, με συνολική αξία 0,8 τρισ. ευρώ, 13,9% υψηλότερη από ό,τι το πρώτο εξάμηνο του 2024. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιό τους στον συνολικό αριθμό των μη εξ αποστάσεως πληρωμών με κάρτα ανήλθε σε 83%, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο σε όρους αξίας ήταν 67%.
Αντιστοίχως, ο αριθμός των μεταφορών πιστώσεων εντός της ζώνης του ευρώ ανήλθε σε 16,8 δισεκατομμύρια, σημειώνοντας αύξηση 6,5% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2024, ενώ η αντίστοιχη συνολική αξία ανήλθε σε 107,3 τρισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 2,6%. Δεδομένου ότι οι πληρωμές υψηλότερης αξίας πραγματοποιούνται συνήθως με μεταφορά πιστώσεων, αυτές αντιπροσώπευαν το 92% της συνολικής αξίας των πληρωμών χωρίς μετρητά.
Τέλος, οι άμεσες χρεώσεις ανήλθαν σε 11,3 δισεκατομμύρια, σημειώνοντας αύξηση 2,3% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2024, ενώ η αντίστοιχη συνολική αξία διαμορφώθηκε σε 5,6 τρισ. ευρώ, αυξημένα κατά 6,2% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2024.